Χριστούγεννα

Δεν περιμένω όμως τίποτα πια

Τον Αη Βασίλη, απλώς τον λέγαν μπαμπά

Κι είναι ένας πρώην Έλλην αριστερός, ένας θνητός

Με το ονειρό του δίχως στέγη καμμιά

Και το ανοιξιάτικο κορίτσι μαμά

Πλακώνεται απ’τη συνταγή την παλιά

Οι μυρωδιές θυμίζουν κάτι βαρύ, κάποια πληγή

Που απλώς δεν θέλουμε να ανοίξει ξανά

Χριστούγεννα

Τα playmobil μου είναι εξαιτίας μου κουτσά

Σβησμένα στη σαμπάνια βεγγαλικά

Ίσως για κάποιους να ‘ναι ακόμα γιορτή,

μα ποιοι είναι αυτοί

ζουν σε θερμοκοιτίδες ή σε χωριά

Χριστούγεννα

Κι ό,τι αρχίζω μου πηγαίνει στραβά

Πάντα με πάει σ’ενός σταυρού τα καρφιά

Και πότε πότε τα καρφώνω κι εγώ

σε άλλον αμνό

Έτσι ήταν πάντα κι έτσι θα ‘ναι ξανά

Χριστούγεννα

Κι εσύ τι θες απ’τη ζωή μου ξανά

Με τα λαμπιόνια σου τα θανατερά

Και το φιλί σου πάντοτε αποδεκτό

πως σε μισώ

Θες να ‘σαι η ίδια και ν’αλλάζω εγώ

Με θες προσωπικό σου δημιουργό

Μη λες πως μοιάζω με τον Ντόναλντ εγώ,

λάμπω εγώ

μα μ’ένα spotlight που δεν μου ‘ναι αρκετό

Χριστούγεννα

Τι φταίω που αν λείπεις η ζωή μου διψά

Το γαϊδουράκι της τραβάει αργά

Να βρει ένα πάνδοχειο νυχτερινό, να’ναι ανοιχτό

Ή έστω μια φάτνη να χωράει το κενό

Χριστούγεννα

Χωρίς αυτά ο χρόνος δεν ξεκινά

Βοσκούς μαζεύω, μάγους από μακρυά

Γιορτάζω για ν’αλλάξουμε οριστικά

Χρόνια πολλά

Χωρίς να προσποιούμαι τίποτα πια

Soundtrack: Χριστούγεννα

Στίχοι/Μουσική: Φοίβος Δεληβοριάς


PS. Έχω να ανεβάσω κάτι τόσο καιρό, που μου πήρε κανένα πεντάλεπτο να βρω πώς στο καλό δημιουργείς “νέο άρθρο”. Κι έχει και σχετική ετικέτα, χοχο.

I can’t deny what I’ve become

I’m just emotionally undone

I can’t deny, I can’t be someone else

Ξέρεις, τι μου έχει λείψει; Να πάρω ένα λεωφορείο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, ή μάλλον με πολλούς, πάρα πολλους μη συγκεκριμένους προορισμούς, δε με νοιάζει πού θα βρεθώ, αλήθεια, δεν έχει σημασία αν θα είναι ένα μέρος όμορφο ή άσχημο, εχθρικό ή φιλόξενο, καμιά σημασία, το μόνο που θέλω είναι να μην έχω ξαναβρεθεί ποτέ, μα ποτέ σ’ αυτό το μέρος της πόλης, να μην έχω περπατήσει ποτέ αυτά τα στενά, να μην έχω αντικρύσει ποτέ την αντανάκλασή μου σ’ αυτές τις βιτρίνες, ποτέ σκύλος οικοδεσπότης να μη με έχει συνοδεύσει μην τυχόν χάσω έτσι αδέσποτη το δρόμο. Σε ένα μέρος άγνωστο, να χαρτογραφήσω τον κόσμο μου απ’ την αρχή, αυτό, πόσο μου έχει λείψει, αλήθεια, αυτό μόνο, να μη βιάζομαι, να μη με περιμένουν, να μη μιλάω, να μην εξηγώ, να μη νοιάζομαι. Να ΄ναι αρκετό να πατήσω ένα μικρό κόκκινο κουμπί μονάχα, για ν’ ανάψει η φωτεινή επιγραφή και να μπορώ έτσι απλά, χωρίς άλλη εξήγηση, χωρίς άλλες κουβέντες, χωρίς κανένας να ρωτήσει κάτι, πότε άλλωστε ρώτησε οδηγός γιατί θες να κατέβεις σ’ αυτό το σημείο και όχι στο άλλο; έτσι απλά, τόσο απλά, με βήματα σταθερά και σίγουρα να κατέβω.

Στάση.

Για να προλάβω να θάψω, επιτέλους, όλες αυτές τις λέξεις τις κοκκαλωμένες που επιπλέουν γύρω μου, να προλάβω να τις αποχαιρετήσω και να πω και δυο κουβέντες για καλό ταξίδι, σ’ όλες αυτές τις λέξεις που πια είναι άδειες και τόσο μα τόσο ελαφριές, αυτές που φαίνονταν βαριές και θυμωμένες, τώρα σα να συρρικνώθηκαν, καμία αίγλη, καμία περηφάνεια, κι έτσι μπορώ να τις πηγαινοφέρνω κατά βούληση, ούτως ή άλλως καμιά σημασία δεν έχει η σειρά που είναι βαλμένες, όπως κι αν τις βάλεις νόημα κανένα δε βγάζουν για όσους μπορούν ακόμη να περηφανεύονται, πως έχουνε γαλάζιες γραμμές να μετράνε στο κορμί τους. Να προλάβω να μετρήσω τις αλλαγές, να ψάξω να βρω ακριβώς πού χωράω σ’ αυτή τη νέα τάξη των πραγμάτων, δεν είναι αστεία λέξη η τάξη, αλήθεια, «σε ποια τάξη πας;» «που είναι η τάξη σου;», προσπάθησε να εξηγήσεις σ’ ένα παιδί, αυτό το περί νέας τάξης πραγμάτων, προσπάθησε, σε προκαλώ, ω πόσο είσαι αστεία, να δω λοιπόν, τώρα που τακτοποιήθηκαν τα πράγματα και βρήκαν όλα θέσεις βολικές, αν, όταν πια σταματήσουν να ακούγονται οι νότες, αυτή που μένω όρθια είμαι τελικά έγω. Στάση.

I’m losing myself

My desire I can’t have

No reason am I for

Soundtrack: Portishead – Magic Doors

ΥΓ. Μη δίνεις σημασία. Δεν είμαι καν πραγματικά εδώ.

Γιατί είναι το αγαπημένο μου (της) τραγούδι.

Γιατί παίζει σήμερα στο Λονδίνο.

Κι εγώ αύριο δίνω το τελευταίο μου μάθημα. :(

(Μπιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιπ)

Soundtrack: Feist – I feel it all

PS. Ευχή κι από ‘δω στο πιο όμορφο, γελαστό, στοργικό, ανάποδο, αστείο, κυκλοθυμικό, ξεχωριστό, αγαπημένο μου πλάσμα στον κόσμο. Σ’ αγαπώ ως τον ουρανό κι ακόμα παραπέρα. :)

It’s a look
This game we play
We can’t escape
We have to attend
It’s life you see

Είναι οι μηχανικές, οι κουρδισμένες λέξεις
πασπαλισμένες αστερόσκονη και στολισμένες μαγικά πετράδια,
καθώς φορώντας ξεχασμένες χροιές σε πλησιάζουν.
Μα πώς παρά τα πλουμιστά τους ρούχα
όλα όσα κάποτε ήθελες ν’ ακούσεις
δεν είναι πια παρά χιλιοακουσμένες, καθημερινές κουβέντες
που, αδυναμες να κρατηθούν,
αφήνονται στην άμπωτη του χρόνου να βουλιάζουν

And all the time
The world unwinds
I can’t deny the way I feel
The truth is lost beyond this lonely carousel
And all these words
They mean nothing at all
Just a cruel remedy
A strange tragedy
Of what will be

Soundtrack: Rodrigo Leão ft Beth Gibbons – Lonely Carousel

Πέντε- δέκα – δεκαπέντε
Τρέξε, τρέξε, τρέξε
είκοσι – εικοσιπέντε
Μη σταματάς να κοιτάξεις, μετρημένες οι ανάσες, δε φτάνουν
τριάντα – τριανταπέντε
γρήγορα, ψάξε να κρυφτείς, γρήγορα, ψάξε
σαράντα – σαρανταπέντε
Kάτω από το κρεβάτι? Μα είναι τόσο εύκολο
πενήντα – πενηνταπέντε
ούτε, ούτε στην ντουλάπα, αμέσως θα σε βρουν, άλλο, γρήγορα, άλλο
εξήντα – εξηνταπέντε
τρέξε, τρέξε, τρέξε

εβδομήντα – εβδομηνταπέντε
Ακόμα? Δε θα προλάβεις, μα δεν το βλέπεις, βιάσου
ογδόντα – ογδονταπέντε
τι αφελής, ο ήλιος ποτέ δεν έκανε χατήρια
ενενήντα – ενενηνταπέντε
πότε ξεκλείδωτες οι πόρτες και οι φράχτες χαμηλοί?
Εκατό

Πόσες οι αιμοβόρες μέρες που κυνηγούν για να σε φτάσουν?
κρυμμένοι κι άκρυφτοι θα βγω.

Someone call the ambulance
There is gonna be an accident

I’m coming up on infrared
There is no running that can hide you
Cause I can see in the dark
I’m coming up on infrared
Forget your running, I will find you

I will find you.

Soundtrack: Placebo – Infrared

Αναρωτιέμαι ποιος κανόνας προβλέπει ότι ακριβώς εκείνες τις μέρες που δε θα έχεις όρεξη να δεις κανένα, όλα θα σου φαίνονται ίδια και βαρετά, η ζωή μια ατέρμονη επανάληψη δίχως ουσία και σκοπό και για να μην τα πολυλογούμε θα σε διακατέχει γενικώς το συναίσθημα “τίποτα δε με πληροί”(λέγε και με και περιμένω περίοδο με δυο λόγια, καταραμένες ορμόνες), τότε λοιπόν, που το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι να χωθείς κάτω από το πάπλωμα και να περιορίσεις την ανθρώπινη επικοινωνία σου στο διάλογο με το delivery boy (το οποίο εφόσον δεν παίζεις σε σήριαλ όχι μόνο ΔΕΝ είναι ο Tότσικας, αλλά είναι κάτι που μάλλον φέρνει σε γκρέμλιν μετά το αφρόλουτρο), ενώ οποιαδήποτε έξοδος μοιάζει με προοπτική βγαλμένη από εφιάλτη, τότε λοιπόν ακριβώς, θα σε θυμηθούν όλοι οι πιθανοί και απίθανοι άνθρωποι σ’ αυτή τη γη και θα θέλουν βόλτες, ποτά και χαρούλες.
Από τη μία άνθρωποι που σε άλλη περίπτωση θα πέταγες τη σκούφια σου (τη μαύρη με τα στρασάκια, χοχο) για να βγεις μαζί τους ;) και και από την άλλη άνθρωποι που θα τους βαριόσουν ακόμα και υπό Κ.Σ., πόσω μάλλον τώρα, όλοι στο ίδιο τσουβάλι βαλμένοι και όλως παραδόξως της ίδιας αντιμετώπισης να τυγχάνουν. Έχω γίνει εξπέρ στο να επινοώ δικαιολογίες αυτές τις μέρες και εύχομαι μόνο να θυμάμαι τι ψέμα έχω πει στον καθένα για να μην τα μπερδέψω. Άραγε αυτά τα ψέματα θεωρούνται λευκά? Έστω ένα εκρού (του νεκρού)? Το κάνεις θεωρητικά για να μην προσβάλλεις τον άλλο, λέγοντας του νέτα σκέτα ότι δεν έχεις κέφι και απλά βαριέσαι. Γιατί θέλοντας και μη θα το πάρει ολίγον προσωπικά, πώς να το κάνουμε. Ε κι εγώ λίγο προσωπικά θα το έπαιρνα είναι η αλήθεια. Όχι, φυσικά από φίλους μου. Με τους φίλους δεν έχεις τέτοιο θέμα, σ’ αυτούς μπορείς όντως να πεις, “βαριέμαι τραγικά και δε θέλω να κάνω τίποτα άλλο εκτός από το να γκρινιάζω, άρα σου κάνω μεγάλη χάρη που δε θα έρθω γιατι γλιτώνεις ένα τρίωρο ρεσιτάλ γκρίνιας με μπόνους κατεβασμένα μούτρα και 3 κουταλιές μίρλα”, αλλά στους άλλους, τους “γνωστούς” που για κάποιο λόγο θέλουν να γίνετε φίλοι, τι λες?? Λέω να το κλείσω το ρημάδι, να τελειώνουμε, γιατί και το να λέω σε κάποιον δεν μπορω σήμερα, το βλέπουμε για αύριο, φράση στην οποία όπως όλοι αντιλαμβάνεστε, η λέξη «αύριο» χρησιμοποιείται ως εφαρμογή της σχετικότητας του χωροχρονου, δε μου αρέσει καθόλου, πολύ κάφρος αισθάνομαι και δεν είναι του επιπέδου μου, καταλαβαίνετε.

Αλλά τι να κάνω που δεν έχω διάθεση? Τι πρόβλημα κι αυτό, να μην μπορώ να πω απλά όχι. Σαν τους Κινέζους ένα πράγμα, που όπως μου είπανε προσφάτως, δεν έχουν την έννοια στη γλώσσα τους, οπότε άντε να συνεννοηθούν. Αντί να λένε όχι να λένε ναι, αλλά. Τεράστιο θέμα. Τουλάχιστον αυτοί, όμως, έχουν μια δικαιολογία, τι να κάνουν οι δόλιοι δε φταίνε, να αλλάξουν τώρα ολόκληρη τη γλώσσα τους, δε γίνεται. Εμένα πάλι γιατί έρχεται και με πιάνει ένα ενοχικό άνευ προηγουμένου και αισθάνομαι σα να κάνω κανένα κακό απίστευτο? Το ίδιο όπως και όταν μου ζητάνε τηλέφωνο και δε θέλω να το δώσω. Γιατί να στο δώσω βρε καλέ μου, αφού βλέπεις ότι δεν? Αμα σου λέω μια φορά όχι (με τεράστια δυσκολία..!), τι επιμένεις?? Για να με παίρνεις μετά κι εσύ κι εγώ να ψάχνω να βρίσκω δικαιολογίες κι εσύ να βρίζεις τις γκόμενες που δεν ξέρουν τι θέλουν και αφού δε γουστάρουν γιατί να σου δίνουν τηλέφωνο εξαρχής και να σε βάζουν σ’ αυτή τη διαδικασία???? Αλλά ατάκα κι αυτή για να σου ζητήσει κάποιος τηλέφωνο όμως. “Ψήσου. Ψήσου να μου δώσεις το τηλέφωνό σου..!” Αγκρ. Δεν μπορεί. Δεν μπορεί όλοι οι βλαμμένοι απαρεκγλίτως και χωρίς εξαιρέσεις να νιώθουν μια ακατανίκητη έλξη για μένα, απλά δεν μπορεί. Κάτι κάνω λάθος, κάποια ταμπέλα έχω (που δε θέλω να ξέρω τι γράφει), αλλιώς δεν εξηγείται. Πάω να προβάρω στον καθρέφτη μου τη λέξη “όχι”. Ό-χι. Όχι. Όχι?

Soundtrack: LucyMy name is Lucy
(Τι? Δεν παίζει? Φυσικά και δεν παίζει. Κατέβασέ το και στείλτο μου παρακαλώ,χοχο. Ε, κι αν βαριέσαι, βάλε Best, κάποια στιγμή θα το πετύχεις. Εγώ έτσι κάνω. :D )

PS
. Δεν ξέρω αν έχει βγει ή πότε βγαίνει στην Αθήνα, αλλά όταν μπορέσετε, δείτε την ταινία The diving-bell and the butterfly. Αν θέλετε δηλαδή, όλα κι όλα εδώ είμαστε δημοκρατικό blog. Αλλά όσοι ξέρετε ότι έχουμε κοινό γούστο στο σινεμά, σπεύσατε, αξίζει. Αν δεν την έχετε ήδη δει, προτείνω ανεπιφύλακτα και την προηγούμενη του Julian Schnabel, Before the night falls την οποία αγάπησα εξίσου.

Ξέρεις ότι κάποιος που φθονεί βαθιά την εκθαμβωτική ομορφιά σου, την ανυπέρβλητη εξυπνάδα σου και την ακαταμάχητη προσωπικότητά σου σε έχει μουτζώσει-παύλα-ματιάσει-παύλα-καταραστεί-παύλα-σου έχει κάνει βουντού, όταν σου συμβαίνουν τα παρακάτω με τυχαία σειρά και χωρίς ειρμό, όπως πάντα:

- Είσαι άρρωστη εδώ και σχεδόν δύο βδομάδες, όπου άρρωστη = φυσάς τη μύτη σου κάθε 3,5834 νανοδευτερόλεπτα, βήχεις σαν ογδονταπεντάχρονος που έχει πεθάνει εδώ και μέρες αλλά κάποιος ξέχασε να τον ενημερώσει και συνεχίζει να βήχει, έτσι από συνήθεια, και το κεφάλι σου είναι βαρύ βαρύ βαρύ, σα να προσπαθεί κάποιος να σου μάθει επιτέλους να περπατάς στητά και χαριτωμένα και να σου’χει φορτώσει όλα τα έργα του Ντοστογιέφσκι σε δερματόδετους τόμους στο κεφάλι.
- Πηγαίνεις στην τράπεζα για να δεις τι έχει γίνει επιτέλους μ’ εκείνη την κάρτα αναλήψεως που έπρεπε να είχε φτάσει εδώ και κάτι μέρες, μετά από διαδικασίες επί διαδικασιών και άαααπειρη γραφειοκρατία που έχει κρατήσει ένα μήνα, για να σου δώσουν ΤΩΡΑ μία ακόμα αίτηση για να συμπληρώσεις, την οποία δε σου είχαν δώσει τόσο καιρό και they’re sorry love, οπότε να έχεις να περιμένεις πιθανότατα άλλο τόσο ή ίσως και παραπάνω, αλλά έχω νομίζω πολύ καλές πιθανότητες να την πάρω, πότε να πούμε, τον Αύγουστο ίσως, ποιος ξέρει uk είναι εδώ, ίσως να έχουν τη δυνατότητα να μου τη στείλουν σε όποιο ελληνικό νησί θέλω να ελπίζω ότι θα λιάζομαι και τόσο εξαιρετικά χρήσιμη θα μου είναι, ας πούμε για να ανοίγω την πόρτα του δωματίου μου όταν κλειδώνομαι έξω, μη χαλάμε και την ταυτότητα τώρα, αμαρτία είναι.
- Γυρνάς σπίτι μετά από ένα ατελείωτο συνέδριο (και μόνο που έγραψα αυτή τη φράση, αισθάνομαι ξαφνικά σα να μεγάλωσα και δέκα χρόνια μη σας πω, τι έγινε ρε παιδιά??), την τελευταία ώρα του οποίου έχεις περάσει αμφισβητώντας με εξαιρετικά πειστικά επιχειρήματα τις επιλογές τις ζωής σου και αναζητώντας εις μάτην το ταλέντο που όλοι κάπου πρέπει να έχουμε (ποιος πήρε το δικό μου, να το δώσει αμέσως πίσω, θα το πω στη μαμά μουουουου, σνιιιιιιφ), και αφού έχεις πιει τα κρασάκια σου στο reception (εμ, για τι νομίζατε ότι πήγα??) σκέτα, ξεροσφύρι, βεβαίως, γιατί Άγγλοι είναι αυτοί, ούτε ένα ξηροκάρπιο δεν προσφέρουν να πάει κάτω το πιοτί, αντί να πας για φαγητό μετά, θεωρείς απείρως σημαντικότερο να τρέξεις σπίτι να ανανεώσεις τα βιβλία που έχεις δανειστεί από τη βιβλιοθήκη. Γυρνάς λοιπόν, βήχοντας και ρουφώντας τη μύτη σου ρυθμικά, κοιτάζοντας καχύποπτα γύρω σου, θεωρώντας σίγουρο πως κάπου στην έχουν στημένη τα μέλη της Γκρινπις για να σε γιαουρτώσουν που μόνη σου έχεις ξεπαστρέψει ένα και δύο και τρία δάση του Αμαζονίου σε χαρτομάντηλα και βγαίνοντας από το μετρό διαπιστώνεις ότι ακόμα κι αν ήταν εκεί σύσσωμη η Γκρινπις δε θα μπορούσες να το καταλάβεις, καθότι δε βλέπεις τη μύτη σου κυριολεκτικά από την ομίχλη. Σκουντουφλώντας φτάνεις σπίτι και ανακαλύπτεις ότι για κάποιο λόγο που μόνο οι Άγγλοι θα μπορούσαν να εξηγήσουν, να καταλάβουν και να ΜΗ διαμαρτυρηθούν δεν έχεις ίντερνετ. Μετά τις πρώτες κατάρες (που να σας γυρίσουν οι φτέρνες ανάποδα και να θέλετε να πάτε μπροστά και να πηγαίνετε πίσω, αγαπημένη κατάρα, με διαφορά ανακηρυγμένη νάμπερ ουάν, χοχο), μαζεύεις τα κομμάτια σου και σέρνεσαι μέχρι τη βιβλιοθήκη μαντεύοντας το δρόμο μες στην ομίχλη και ελπίζοντας να μην την πατήσεις σαν ηρωίδα θρίλερ, γιατί ως γνωστόν η χαζή γκόμενα του έργου σκοτώνεται πάντα πρώτη και για κάποιο λόγο έχεις μια απροσδιόριστη αίσθηση ότι ΕΙΣΑΙ η χαζή γκόμενα του έργου.
- Ανακαλύπτεις με τρόμο και αγωνία ότι οι Nouvelle Vague δίνουν αύριο συναυλία κι εσύ δεν έχεις πάρει μυρωδιά (εμ, με τόσο βουλωμένη μύτη, πώς να πάρεις, αααχ, να θυμηθώ να ρωτήσω το Μάκη πού πάει ο Καραμήτρος) και φυσικά τώρα που το κατάλαβες εσύ είναι sold out. Τουλάχιστον δε θα τρέχω μέχρι εκεί, όπως με τη secret gig των Radiohead, ω, τι απογοήτευσις, τι θλίψις, τι οδυρμός.
- Η σούπερ ακριβείας ζυγαριά που αγόρασες υπερπροσφορά 3 λίρες απ’ τα tesco σου λέει με χαρά ότι έχεις πάρει τρία κιλά (λίρα και κιλό, καταλάβατε, χάθηκε να τις χάριζαν, την τύχη μου την καταναλώτρια που είναι να μη δω προσφορά, το μάτι μου γουρλώνει, με πιάνει μια φαγούρα, ένα ξύσιμο, ένα κάτιτις και ησυχία δε βρίσκω μέχρι να δώσω τα λεφτά μου στο ταμείο και να φύγω με κάτι εντελώς μα εντελώς άχρηστο αλλά τρελή προσφορά μην ξεχνιόμαστε, στην τσάντα μου) και μετά το πρώτο κύμα κατάθλιψης αποφασίζεις έχοντας σώας (?) τας φρένας να μην ξαναφάς ποτέ, ποτέ, ποτέ, να πετάξεις το στοκ από σοκολάτες-παύλα-μπισκότα-παύλα-πολυαγαπημένα χαρίμπο (αυτό πόνεσε) από το παράθυρο και να κάνεις την εξαιρετικά εμπεριστατωμένη και επιστημονικά αναγνωρισμένη δίαιτα με τα μήλα, η οποία βασίζεται σε ένα απλό δόγμα: 3214 μήλα την ημέρα τα κιλά τα κάνουν πέρα και επομένως τρως μήλα μέχρι να αρχίσεις να βγάζεις αφρούς και να φτύνεις κουκούτσια. (Κάτι ώρες μετράω. Αλλά ΔΕ θα το βάλω κάτω. ΔΕ θα το βάλω κάτω. Τι έλεγα? Α, ναι. ΔΕ θα το βάλω κάτω..!)

Αυτά. Πάω τώρα να διαβάσω για ν-ιοστή φορά τον ορισμό του όρου economies of agglomeration και μετά λέω να πεθάνω, γιατί πολύ το κούρασα πιστεύω. Άμα δε σε θέλει, δε σε θέλει, τέλλος! (ο Γουλιέλμος, αχα, καλό ε)

Soundtrack: The Smiths – Heaven knows I’m miserable now

Σκοτώνουν λέει τα άλογα όταν γεράσουν
Και τα λόγια?
Όλα τα λόγια μου που γέρασαν
Αναζητώντας μια φιλόξενη ακρόαση
Τι να τα κάνω?

Scared to be alone
Frightened of the dark
Everything’s too much
For a girl out of touch with her feelings
Έχω πολλά απ’ αυτά
Βλέπεις
μου επιστρέφονται
If undelivered please return to sender
Μεγάλη ευθύνη νασαι αποστολέας
Πόσο μεγάλη ευθύνη
I must be to blame
I must be at fault
I believe I’m never good enough
To shine a light that lingers
Και δε μου πάει η καρδιά να τα σκοτώσω
Ήδη αρκετός ο τρόμος τους κάθε που μ’ αντικρύζουν
Δεν τα κατηγορώ που πια δε με γνωρίζουν
Φταίνε αυτά τα ολοκαίνουριά μου αποτυπώματα
Τα πήρα σε καλή τιμή
Ξεπούλημα λέει λόγω ανακαίνισης
Ευκαιρία

I have witnessed starbursts

in your coal black eyes
I am what I try to deny
Μάτια δεν άλλαξα όχι
Δέρμα μονάχα
Ξέρεις πώς είναι άλλωστε τα εξωτερικά καλύμματα
Πώς ξεθωριάζουνε τα χρώματά τους απ’ τα καθημερινά τα όνειρα
Πώς τα νοτίζουνε τα βλέμματα και οι λέξεις

I have seen the serpent coiling set to strike
And love is your usual disguise

Ποιον ψάχνεις άραγε?
Ανάσες έχεις για το δρόμο?

Pleased to meet you
Where you from
And what’s your name?

Όχι δικές μου, όχι
Δικό μου μόνο αυτό το πράσινο, παχύρρευστο υγρό
Διαλύει τα λίπη, τις έννοιες και τις σκέψεις
Δίχως
κόπο
διαλύει
τις σκέψεις
Never came alive
Never cut the cord
Nothing is too much

for a girl out of touch
With her feelings

Να
σου φτιάξω καφέ?
Θα τον πιούμε μαζί
καθισμένοι εκεί
πλάι στο παράθυρο
μαζεύοντας
αχτίδες
Worshipping the moonshine
Skinning up the grapevine
I don’t have a plan where I’m going
I just follow my fingers

Αγκαλιά
?
I will be the burning man
To grace these times
I am what I try to deny
I reflect the same eyes looking back at me
And love is the only reply

Ξύπνα με, ξύπνα με, ξύπνα με
Μέσα από χείλη σφαλιστά ζηλεύω τη φωνή μου
Ξύπνα με, ξύπνα με, ξύπνα με
Να καυτηριάσουμε μαζί κάτι ατίθασες νευρικές απολήξεις
Κι
εκείνο το σημάδι στο μηρό εσωτερικά
Ξύπνα με
Pleased to meet you
Where you from

and what’s your name
Κάποιος άγγελος φύλακας με κατασκοπεύει αυτές τις μέρες
σχεδόν μ’ αγγίζει με τις χνουδωτές του νότες
προτού με φτάσει όμως πάντοτε σκοντάφτει
σ’ αυτά τα ίδια λόγια μου, τα ατάκτως εριμμένα
We’re more than enough
Dead Ringers

Pleased to meet you
Where you from
And what’s your name ?
What’s your name…?

Soundtrack: James – Pleased to meet you

Κινήσεις καλοκουρδισμένες ρουτίνας επανακτηθείσας
Συρμός, βαγόνι, ανεβαίνω
Shuffle
Κίνηση παρελθόντος στο τζάμι επαναλαμβανόμενη

Γνώριμη

You know it makes no difference.
Whether we talk or not.

Θέληση και λογική αιφνιδίως ασθενούν και απουσιάζουν

And it’s much harder going in us sometimes.
And jumping down from the top.

Στιγμή
ακατάλληλη κρατώ τόσες σακούλες
But if you talk to me I will listen to you.
With my eyes, my ears, my heart.

Κι αυτό το χνουδωτό μπρελόκ περασμένο στα δαχτυλά μου

Information gets to yourself as information greeting danger.
Greeting
danger.
Ίδια θα πεις, όχι, όχι, λάθος, όχι ίδια, λάθος

Do we both reach a state of grace?
I will pull you out of modern secrets.
Do we both trust because it’s clear?

Την πλάτη γυρνάω, στο κενό καρφωμένο το βλέμμα

You know it makes no difference.
If you remember times that I forgot.

Κοφτές ανάσες, χέρια βαριά, χέρια που τρέμουν

Sometimes we meet missed out here.
But there’s a need for a knod.

Taking consciousness for granted.
Φταιεί το βάρος στις σακούλες, δεν είναι τίποτα
I need to hear your good self.
Μια στάση μόνο
Sit down, don’t expect me to give in to it.
Πόσα λεπτά για μια στάση?
And I would have given it right back.
My senses would know why.

Τικ τακ τικ τακ τικ τακ

Do we all reach a state of grace?
Η
πόρτα ανοίγει, κατεβαίνω
I will pull you out of modern secrets.
Κλεφτή
ματιά απτις σκάλες
Do we both trust because it’s clear?
Δε με είδες
Γεια? Όχι, δε σου είπα
Άλλωστε ούτε εγώ σε είδα
Shuffle

Αέρας, αέρας, αέρας

Ανάσα ρυθμική πάλι

Information gets to yourself as information greeting danger
Greeting
danger.

Ασφυκτικά μικρός ο κόσμος.

Soundtrack: Swayzak – State of grace

Είμαι εδώ μια βδομάδα και κάτι και ούτε το έχω καταλάβει. Έφτασα μετά από ένα ταξίδι-οδύσσεια, καθώς η Alitalia άργησε μια μέρα κι έτσι έκανα το Λονδίνο-Αθήνα, Λονδίνο – Αυστραλία ή άντε για να μην υπερβάλλουμε, Λονδίνο – Νέα Υόρκη στα σίγουρα. Μου πήρε, λοιπόν, πολύ χρόνο να φτάσω και λίγο ακόμα για να μπω στο ρυθμό εδώ (=να τρώω και να κοιμάμαι εκ περιτροπής, χωρίς να παρεμβάλλεται καμία άλλη δραστηριότητα, να βγαίνω κάθε βράδυ και να γυρνάω όποτε και μετά να κοιμάμαι μέχρι τη μία το μεσημέρι, ιδανική ώρα δηλαδή για να φάω το πρωινό μου, χοχο). Περίεργα είναι, απ’τη μία σα να μην έλειψα, απ’ την άλλη σα να έλειψα χρόνια και όχι τρεις μήνες. Δε βγάζω και πολύ νόημα το καταλαβαίνω (τουλάχιστον το καταλαβαίνω, ο γιατρός μου λέει ότι αυτό είναι καλό σημάδι), αλλά έτσι αισθάνομαι. Και άντε να χωρέσεις όλα αυτά που θέλεις να κάνεις και όλους τους ανθρώπους που θέλεις να δεις μέσα σε λίγες μέρες. Τουλάχιστον τρεις φορές έχω αισθανθεί φεύγοντας από μαραθώνιο καφέ/ποτό/γιου νέιμ ιτ, ότι θα μπορούσα να μείνω εκεί ακόμα πολλές ώρες συζητώντας και συζητώντας και συζητώντας (επειδή είχαμε τόσα πολλά να πούμε, όχι επειδή είμαι φλύαρη, μα τι κακοπροαίρετοι άνθρωποι, τς, τς, τς).

Τι μου είχε λείψει από την πατρίδα:
- Οι άνθρωποι. Οι δικοί μου άνθρωποι. Αυτοί που τους κουβαλάω μαζί μου, όπου κι αν είμαι και όπου κι αν είναι. Άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους που πιστεύω ώρες ώρες ότι είμαι πραγματικά σχιζοφρενής, γιατί αλλιώς δεν ξέρω πώς μπορώ να ταιριάζω με τόσο αλλιώτικους χαρακτήρες. Τόσο διαφορετικά χρώματα κι αρώματα, τόσο διαφορετικές ματιές. Και αγάπη, τόση αγάπη για κάθε ένα τους. :)
- Το φαί της μαμάς. Ό,τι κι αν μαγειρεύω, όσο κι αν προσπαθώ, ποτέ δεν είναι τόσο νόστιμο. (Δε φταίω εγώ βεβαίως-βεβαίως, όοοχι, όοοχι, φταίει που εκεί στας Αγγλίας τα υλικά δεν είναι τα ίδια όπως εδώ, όλα είναι άνοστα λέμε).
- Η δυνατότητα να καπνίζω με το ποτό, τον καφέ, το φαγητό μου και να μη χρειάζεται να αισθανθώ σα φορέας μιας άκρως μολυσματικής ασθένειας για να κάνω ένα τσιγάρο, διατρέχοντας ταυτόχρονα τον άμεσο κίνδυνο να προσβληθώ από μια άκρως μολυσματική ασθένεια εξαιτίας της καταραμένης παγωνιάς.
- Να οδηγώ (χωρίς σχόλια παρακαλώ, είμαι υπεροδηγός αν θέλετε να ξέρετε και επίσης εδώ οφείλω να προσθέσω και να τονίσω ότι όσα λένε για τις γυναίκες οδηγούς είναι σκέτες συκοφαντίες).
- Να μου κάνουν δώρα (εγώ τώρα να προβληματιστώ που πήρα αναλογικά υπερβολικά πολλά σέξυ εσώρουχα? Λέτε να προσπαθούν να μου πουν κάτι? Μούμπλε, μούμπλε).
- Μουσική, μουσική, μουσική. Την αποθηκεύω στα κύτταρά μου.
- Να πίνω καφέ πραγματικό. Τέλειο, υπέροχο, αρωματικό καφέ. Που μου τον φέρνει σερβιτόρος στο τραπέζι μου με κουλουράκι. Και μελομακάρονο. :
D
- Σινεμά. Το
My blueberry nights εδώ βγήκε την περασμένη Πέμπτη και στο Λονδίνο βγαίνει κάπου το Φεβρουάριο, αν είναι δυναμόν δηλαδή.
- Το κομμωτήριο. Λέω να κάνω τα μαλλιά μου καστανά πάλι και να κάνω και μια περμανάντ. Αυτοί οι δόλιοι οι άνθρωποι στο μεταπτυχιακό θα νομίζουν ότι είμαι τρελή. Με γνωρισαν ξανθιά μακρυμαλλούσα, με συνήθισαν ξανθιά με καρέ και τώρα θα πρέπει να με ξανασυνηθίσουν καστανή με μπούκλες. Και όλα αυτά μέσα σε λιγότερο από τέσσερις μήνες. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να είμαι τρελή τελικά. Ακίνδυνη όμως. Τουλάχιστον μέχρι αποδείξεως του εναντίου. :)

Τι δε μου είχε λείψει καθόλου από την πατρίδα:
- Η ανησυχία της μαμάς. Αδυνατώ να καταλάβω πώς μπορεί να ρωτάει αν έφαγα, όταν είμαι απολύτως σίγουρη ότι έχω καταναλώσει τον περισσότερο χρόνο μου από τότε που ήρθα, κάνοντας ακριβώς αυτό. Τρώγοντας. Και πίνοντας. Τουτέστιν, τρωγοπίνοντας. ;)
- Να γυρίζω σπίτι και να μυρίζω ολόκληρη τσιγάρο μέχρι βαθιά στις ρίζες των μαλλιών μου. Ακόμα δεν το έχω (ξανα)συνηθίσει αυτό. Δεν μπορώ να πηγαίνω για έναν απλό καφέ και να πρέπει μετά να (ξανα)λουστώ και να βγάλω ό,τι φορούσα (όταν λέμε ό,τι εννοούμε ό,τι, τα πάντα, όλα μα όλα) στο μπαλκόνι να αεριστούν γιατί δεν αντέχω τη μυρωδιά τους. Χάλια λέμε.
- Να ψάχνω με τις ώρες να παρκάρω.
- Η
dial up σύνδεση με την οποία έχω ξεμείνει εδώ. Η adsl έληξε το Νοέμβριο και της γραφούσης απούσης, ουδείς ασχολήθηκε για να την ανανεώσει (κλαψ, λυγμ).
- Μουσική. Πόσο Μαρτάκη ν’ ακούσω πια η γυναίκα?
- Να προσπαθώ ν’ ακούσω Εν Λευκώ ματαίως από το λατρεμένο μου προάστιο. Μόνο χρρ, χρρ και δώστου κι άλλο χρρ. Και δεν έχω
adsl λέμε, το βουνό μου μέσα.
- Να πληρώνω τον καφέ μου πέντε ευρώ με έξτρα μπόνους το χριστουγεννιάτικο δώρο.
- Να μην μπορώ να σχολιάσω τα πάντα γύρω μου με την ψευδαίσθηση ότι δε με καταλαβαίνει κανείς.
- Να μη με περιμένει κανείς να βγω πρώτα, πριν ορμήξει στο βαγόνι του μετρό. Η έφοδος των αγρίων. Άσε που μετά δε στέκονται δεξιά στις κυλιόμενες. Κι αν βιάζεσαι πρέπει να πηδήξεις από πάνω τους υποθέτω. Ή μάλλον, πρόβλημά σου που βιάζεσαι, χοχο. (Ομολογουμένως άχρωμοι οι Άγγλοι δε λέω και για να αντιδράσουν σε κάτι πρέπει μάλλον να ανατιναχτεί το βαγόνι, αλλά τουλάχιστον είναι πολιτισμένοι. Δε θα σε ποδοπατήσουν για μια θέση στο μετρό, βρε αδερφέ.)
- Η τηλεόραση. Θεωρούσα ξεπεσμό να κάθεται κάποιος να ασχολείται με το τι κάνει η
Amy Winehouse και η Kate Moss, αλλά πάντα υπάρχουν και χειρότερα. Ρούλα Βροχοπούλου και Αλβανός συμβίος..??! Τι έγινε ρε παιδιά???

Επειδή όπως προείπα, adsl γιοκ, από τώρα ευχές, φιλιά και χαμόγελα σε όλους σας για τις γιορτές (ναι το ξέρω ότι τα Χριστούγεννα πέρασαν, άργησα, τι να κάνω τώρα??) καθώς και για το σωτήριο έτος 2008. Να φέρει στον καθένα από σας όμορφες, μυρωδάτες, γεμάτες, χρωματιστές και ταξιδιάρικες στιγμές (και το φλουρί στην πίτα!!)

Soundtrack: MuseFeeling good
(Σε πόσες διαφορετικές εκτελέσεις μπορείς να λατρέψεις το ίδιο τραγούδι? Αν και μάλλον το προτιμώ από Nina Simone, το ομολογώ :) )

Επόμενη σελίδα: »