Με το βουητό της πόλης να την κυκλώνει περπατούσε γρήγορα όπως πάντα. Όπως όλοι. Αυτή η πόλη σε κάνει να βιάζεσαι κι ας μην έχεις στην πραγματικότητα πουθενά να πας.. Περπατούσε, λοιπόν, βιαστική ανάμεσα σε βιαστικούς , προσπερνούσε, σπρωχνόταν, την προσπερνούσαν. Και τότε τον είδε. Την κοιτούσε έντονα μέσα στα μάτια και την πλησίαζε περπατώντας αργά. Φορούσε μια μακρυά μαύρη καμπαρντίνα κι ας μην έκανε κρύο. Ήταν αξύριστος. Είχε ξανθά μακρυά μαλλιά και μεγάλα, γαλανά μάτια. Φωτεινά μάτια, μάτια που σε καθήλωναν, καθαρά μάτια. Ένιωσε το βλέμμα του πάνω της και ασυναίσθητα έκοψε ταχύτητα. Σύντομα στεκόταν ακριβώς μπροστά της. Της χαμογελούσε. Τον κοιτούσε χωρίς να ξέρει τι να πει, χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Τότε άκουσε τη δική του φωνή. Ζεστή και χαμηλή, μια φωνή που μπορείς να εμπιστευτείς.
- Θέλεις να μου τραγουδήσεις σ’ αυτή την πόλη που έχει χάσει τη φωνή της?
Συνέχισε να τον κοιτάζει χωρίς να μιλάει, δεν ήξερε τι να πει. Εκείνος της έπιασε τα χέρια, απαλά αλλά σταθερά και επανέλαβε:
- Θέλεις να μου τραγουδήσεις σε μια πόλη που έχει χάσει τη φωνή της?
Τα είχε χαμένα, δεν ήξερε τι να πει, τι να σκεφτεί, πώς ν’ αντιδράσει. Τράβηξε τα χέρια της από τα δικά του και αμήχανα έκανε δυο βήματα προς τα πίσω.. Εκείνος συνέχιζε να την κοιτάζει μ’ αυτό το αφόρητα καθαρό του βλέμμα, ένα βλέμμα που έμοιαζε να τρυπάει όλες τις μάσκες της και να βλέπει κατευθείαν μέσα της. Και συνέχισε να της χαμογελάει ενθαρρυντικά.
Τον κοίταξε για λίγα ακόμα δευτερόλεπτα χωρίς να αρθρώσει λέξη. Κι έπειτα χωρίς να το αποφασίσει ακριβώς άρχισε ξανά να κινείται. Σε ελάχιστες στιγμές τον είχε προσπεράσει. Γύρισε το κεφάλι και τον είδε να την κοιτάζει χαμογελώντας πάντα. Συνέχισε να προχωράει ανοίγοντας δρόμο τυφλά μέσα στο βιαστικό πλήθος. Γύρισε και πάλι το κεφάλι. Και του ανταπέδωσε το χαμόγελο…

