Πρώτο τσιγάρο εδώ και βδομάδες, αφήνω τη ζαλάδα του ν’ αποκοιμίσει κάτι σκέψεις βαριές, φορτωμένες ενοχές απρόσκλητες. Κλείνω τα μάτια για να δω μόνο δυο γράμματα μισά που μ’ απορρίπτουν. Αλλάζω τη σειρά τους και γίνονται σκοπός, δεν είναι αστείο? Αμφιβολία και πρόθεση δεμένες με μια κλωστή λεπτή, πόσο εύθραυστη.

Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν.

Μου φόρεσαν μία καινούρια λέξη. Δεν τη θυμάμαι πια, σημαίνει λέει ροπή προς το συναίσθημα. Συν-αίσθημα. Δηλαδή? Παραπάνω από αίσθημα? Δεν το θέλω πια. Μπορώ να έχω ένα πλην-αίσθημα, παρακαλώ? Ναι, για το σπίτι, εδώ έχει πολύ κόσμο. Γραμμάτια στιγμών ανεξόφλητα γεμίζουν τα συρτάρια μου και μέσα σε δυο μέρες μόνο πόσα να ξοφλήσω? Με ποιο χάδι σκουριασμένο ν’ αγγίξω ένα σώμα ζεστό, να μου θυμίσει ότι υπάρχω?

Χάθηκα πάλι, αργά πολύ, σε κάτι γειτονιές νησιώτικες, σα να με οδηγούν τα βήματά μου τα τυχαία προκαθορισμένα κάτω απ’το σπίτι σου. Για να μη σε ψάξω, να μη σου χτυπήσω το κουδούνι, να μη σ’ αναζητήσω. Απλά να σε σκεφτώ. Και ν’ αγκαλιάσω αυτό το αν αφήνοντας ένα θέλω να σε δω όλο γωνίες αιχμηρό να γδέρνει το λαιμό μου. Δε θα το πω. Πάρε εσύ τα χάδια, τα γυμνά σκοτάδια τα πρωτότυπα. Γεύση πικρή πως δεν ήσουν εκεί. Ή μήπως δεν ήμουν εγω? Πρόσωπα περαστικά, πώς διασταυρώνονται οι ζωές για να χωρίσουν πάλι, έτσι απλά, δίχως πολλά πολλά φτιασίδια. Ανώδυνα? Δεν ξέρω, ρώτα με αύριο. Ας κοιμηθούμε απόψε.

Ψάχνω να θυμηθώ πότε χαράξανε τα χέρια μου πληγές. Ποια σώματα ματώσανε που με συνάντησαν. Δεν πλήγωσα λέω. Δεν έβλαψα ποτέ. Πόνεσαν για μένα? Υπήρξα? Όλες οι αφές μου μαζεμένες άραγε φτιάχνουν μία ανάμνηση, έστω ανάπηρη?

Βήμα ούτε μπρος, ούτε πίσω. Άμετρος χρόνος η αναμονή κι ένα αύριο λευκό με μάτια να καίνε απ’ την αϋπνία, άλλη μια φυγή που με γυρνάει πίσω σ’ εμένα. Κουβαλάω ένα σωρό γιατί δειλά και βλέμματα θλιμμένα. Πώς ν’ απαντήσω σ’αυτά τα βλέμματα? Πώς να εξηγήσω γιατί θέλω διαρκώς να φεύγω σ’ όσους με κακίζουν ότι από ‘κεινους φεύγω? Πώς να τους πω πως κομμάτια δικά μου μόνο προσπαθώ να ξεκολλήσω?

Μια νύχτα ακόμα. Ανοίγουν οι φίλοι τις αγκαλιές τους και χαρίζουν μουσικές και σκέψεις και ευχές πολλές. Aς κάνουμε λοιπόν, αυτή τη νύχτα άξια μνήμης, ας της δώσουμε γεύση και χρώμα μαζί με δυο σταγόνες απουσία. Carpe noctem! Δε θυμάμαι πια πού το διάβασα, όμορφο μου φάνηκε πολύ έτσι αντεστραμμένο και σκοτεινό και το καρφίτσωσα σ’ ένα απ’ τα κίτρινα χαρτάκια του μυαλού μου. Συνήθεια, μαζεύω λέξεις όπως ανασαίνω, λέγε μου να κλέβω λέξεις μέσ’ απ’ τα χείλη σου, γράφε μου να μου φτιάχνεις εικόνες. Θα μου γράφεις?

Now it’s time to move to the next level

Sore wet eyes that look at the devil

Tell me please that it’s time to leave

 

I recorded the sound of your heart

I recorded the sound of your eyes

And I converted them into this sad song

That modulated these mysterious lines

Soundtrack: Hooverphonic – Sad song