Νοεμβρίου 2007


Εδώ στα Λονδίνα που λέτε, αγαπημένοι μου αναγνώστες, είναι φορές που αισθάνομαι σα στο σπίτι μου, ένα σουβλάκι λείπει μόνο και πραγματικά θα νομίζω ότι βρίσκομαι στη μαμά πατρίδα, τόσοι πολλοί οι Έλληνες που ζουν σ’ αυτή την πόλη. Περπατάς στο δρόμο και ακούς ελληνικά, πηγαίνεις σε μαγαζιά και ακούς ελληνικά, γνωρίζεις φίλους των (αλλοδαπών) φίλων σου και ω, τι έκπληξις, είναι Έλληνες, ενώ δε θα αναφερθώ καν στο πόσοι Έλληνες είμαστε που κάνουμε το μάστερ. (και δεν μπορώ να καταλάβω ρε γαμώτο, αφού είμαστε δέκα εκατομμύρια και κάτι όλοι κι όλοι, πώς σκατά γίνεται να είμαστε τόσοι πολλοί εδώ? Νέο κύμα μετανάστευσης? Τι να πω, δεν ξέρω, τέσπα).

Μετά από δίμηνη προσεκτική παρατήρηση του φαινουμένου “Έλληνες του εξωτερικού” λοιπόν, μπορώ μετά βεβαιότητος να πω ότι τους τρώει η νοσταλγία, (καθότι είναι γνωστό τοις πάσι ότι είμαστε ο πλέον υπέροχος λαός κι όταν είσαι τόσο υπέροχος τι να σου πουν οι άλλοι οι ξενέρωτοι) και ως εκ τούτου έχουν την τάση να σχηματίζουν μεγάλες ομάδες, ούτως ειπείν να γκετοποιούνται. Κολλάνε μεταξύ τους και μένουν στις ίδιες περιοχές (λέγε με και Bayswater), πηγαίνουν στα ίδια μαγαζιά, διοργανώνουν ελληνικά πάρτυ, πηγαίνουν στην εκκλησία (!?!) και τα σχετικά. Ακόμα δεν μπορώ να χωνέψω το γεγονός ότι κάποιος που είναι μολις δυο βδομάδες σε μια ξένη πόλη (και τι πόλη, γιατί να πεις είμαι στο τέρμα του πολιτισμένου κόσμου, στη μέση του πουθενά, χωμένος στην τάδε άγνωστη αγγλική επαρχία, πάει στο διάολο να το καταπιώ, που και πάλι δηλαδή, αλλά πόσω μάλλον, εδώ??!) και το κύριο μέλημά του είναι να πάει στα μπουζούκια (αν και μια ψυχή μου είπε ότι αξίζουν μια επίσκεψη καθότι εντελώς cult, σα να μπαίνεις στη χρονομηχανή και να σε ξεβράζει στη δεκαετία του πενήντα ένα πράγμα και ως περιγραφή πολύ με ιντρίγκαρε, ομολογώ, κάποια στιγμή θα πάω, έτσι για να δω για τι πράγμα μιλάμε, βρε παιδί!), όπως και να το κάνουμε πάντως, πάνω στις δύο βδομάδες που είσαι στο Λονδίνο να τρέχεις στα μπουζούκια δεν το λες (εσύ δήλαδή μπορεί και να το λες, αλλά εγώ σίγουρα δεν το λες, χοχο) και το πιο νορμάλ πράγμα στον κόσμο.

Σε κάθε περίπτωση όμως, aφού οι Έλληνες ρέουν άφθονοι σ’ αυτή την πόλη και το σύνδρομο Καζαντζίδη αποτελεί εξαιρετικά συχνή πάθηση (αφήστε που αν δε γίνει έγκαιρη διάγνωση της πάθησης, ο ασθενής κινδυνεύει να παρουσιάσει σοβαρότατες επιπλοκές και να καταλήξει να παρακολουθεί τα βραβεία Αρίων, θεωρώντας παράλληλα υποχρέωσή του να ενημερώνει το λοιπό πληθυσμό για τα αποτελέσματα “μα πάλι ο Χατζηγιάννης, τς, τς, τς” έχουμε ζήσει στιγμές μεγάλης αγωνίας, πιστεύω καταλαβαίνετε), καθόλου περίεργο λοιπόν δεν είναι που υπάρχει ένα μαγαζί εδώ (ένα ξέρω εγώ δηλαδή, έχω όμως μια απροσδιόριστη αίσθηση ότι θα υπάρχουν κι άλλα, χοχ), που κάθε βδομάδα έχει ελληνική βραδιά. Κι όλο μας έλεγαν να πάμε, κι όλο ο Γιάννης δεν μπορούσε κι όλο ο κώλος του πονούσε, αν με αντιλαμβάνεστε και αισίως είχαν περάσει δύο μήνες χωρίς να ζήσω αυτή την υπέρτατη εμπειρία. Χτες βράδυ όμως, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να πάμε κάπου αλλού (όπου είχε brazilian night ;) :) ) καταλήξαμε σ’ αυτό το μέρος να πίνουμε κάτι κρασιά, (τα λες και ξύδια εντελώς μεταξύ μας) και να ζούμε σε παράλληλη διάσταση. Όλα τα άκουσα και όλα τα έμαθα. Το καινούριο τραγουδάκι του Θάνου Πετρέλη θέτε? Το ξέρω. Κάτι άλλα ραπ (ο Δίας να τα κάνει) θέτε? Κι αυτά τα ξέρω. Βέρτη θέτε? Όλα τα άκουσα σας λέω. Πιο πολλά από σας ξέρω, είμαι σίγουρη.

Αλλά ομολογουμένως, μία ήταν η υπέρβαση, η στιγμή που άγγιξε την τελειότητα, το peak της βραδιάς, λατρεμένε αναγνώστη: Ένα όνομα, μία ιστορία. Στέλλα Γεωργιάδου. Τώρα μου μιλάει, τώρα με φιλάει. Τώρα μου λέει πως τρελά με αγαπάει. Τέλος! :)

Soundtrack: Rodrigo y Gabriella Tamacun
(το τελευταίο μου κόλλημα με το οποίο προσπαθώ να καλύψω το κενό της Στέλλας, ματαίως φυσικά και ταπεινά απολογούμαι, αλλά εδώ στην ξενιτιά, δεν μπορώ να κατεβάσω μουσική, ένα δράμα ζω, που να σας τα λέω)

Επιθυμίες επιθυμώ επιστρέφοντας
Δύσβατες διαδρομές με κεριά φωτιζόμενες
Σε τοίχους χτυπάω τσιμεντένιους και πάλι απ’την αρχή

When the day is done
Hope so much your race will be all run
Then you find you jumped the gun
Have to go back where you began

Φοράω την αλήθεια μου, αυτή τη σκούρα πορφυρή
που έλεγες πως μοιάζει με αίμα
βόλτες τη βγάζω ψάχνοντας μία λίγο να ταιριάζει

When the night is cold
Some get by but some get old
Just to show life’s not made of gold
When the night is cold

Λάθος και πάλι
Ματιές δανεικές, επιβεβαίωση ύπαρξης
Μη με ρωτήσεις ποιας, δεν έτυχε ποτέ να τη γνωρίσεις

When the bird has flown
You got no one to call your own
You got no place to call your home
When
the bird has flown
Ανάγκες αφελείς και ανασφάλειες συνωστιζόμενες
χνώτα βαριά κι ο αέρας λιγοστεύει

Αφού η πόλις με ακολουθεί
Φυσικά, τελείως φυσικά, ο ποιητής δικαιώνεται

When the games been fought
You speed the ball across the court
Lost much sooner than you would have thought
Now the game’s been fought

Κι ύστερα, κάτι παλιές γνωστές, μαυροφορούσες δυνατότητες
Την πλάτη μου γυρνάνε θυμωμένα
Παρέλειψα ως φαίνεται να παραβρεθώ
Σ’ενός ονείρου τους αγαπημένου την κηδεία

When the party is through
It seems so very sad for you

Έχεις προσέξει ποτέ αλήθεια,
Τι θόρυβο δαιμονισμένο κάνουν τα δάκρυα όταν χτυπούν το χώμα,
καθώς,
Αυτό που θα μπορούσαμε να γίνουμε κλαίει πάντα μέσα μας απαρηγόρητο*
Didn’t do the things you meant to do
Now there’s no time to start a new
Now the party’s through

*Τόνυ Κούσνερ

Soundtrack: Norah Jones – Day is done

 

Ψέματα?
Φυλάκισέ εσύ την αλήθεια και θα την υπηρετήσω
Βάλε μου εσύ τα όρια και υπόσχομαι να πειθαρχήσω
Όμως να ξέρεις πως χρυσόσκονες και ήχους με απόχες κυνηγάω
Συλλέγω ανταύγειες και αντανακλάσεις απ’τους ανθρώπους
Και κλέβω από τα γέλια τους τις μυρωδιές
Με ποιες κουβέντες άλλες να στα πω αυτά, να καταλάβεις?

Κι αν προσπαθήσω ακόμα, θα με καταλάβεις?
Χτες βράδυ σε μια απότομη στροφή
Πρόσωπο με πρόσωπο ήρθα με τη μυρωδιά σου
Κι αυτή η βιβλιοθηκονόμος μνήμη
Άνοιξε τα κιτάπια της, φόρεσε τα γυαλιά της
Εκείνη την ξύλινη σκαλίτσα της ανέβηκε
Σε τόμους επίτηδες βαλμένους στα πιο ψηλά τα ράφια για να φτάσει

Έψαξε, έψαξε, έψαξε
Φύσηξε στα μαλλιά μου τη σκόνη απ’το ονομά σου
Και μου το φόρεσε στολίδι στο λαιμό
Με μια ανάσα μοναχά, για να θυμάμαι τότε που έγραφα

Πόσος καιρός από τότε που νοστάλγησα τη φωνή σου, από τότε που το δέρμα μου ανατρίχιαζε γυρεύοντας το άγγιγμά σου, από τότε που κοιμήθηκα με τ’ όνομα σου αλμυρό στα χείλη μου, από τότε που κουβαλούσα συντροφιά μου το βλέμμα σου? Πολύς, πάρα πολύς, ίσα να κατακτήσω την ψευδαίσθηση, ελευθερίας, δύναμης, νίκης. Κι όμως. Είσαι μια τόση δα ανάσα μακρυά. Μια τόση δα τυχαία ανάσα.
Μια ανάσα και με διαπερνά ρίγος που με χαϊδεύεις με τα ακροδάχτυλα, μια ανάσα και κλέβεις φιλιά απ’ τα χείλη μου, μια ανάσα κι αφήνεις το βάρος σου πάνω μου, μια ανάσα και κοιμάμαι στα σεντόνια σου, μια ανάσα και τα χέρια σου διατρέχουν αχόρταγα το κορμί μου, μια ανάσα και είμαι είκοσι, μια ανάσα και βλέπω τον εαυτό μου μέσα απ’ τα μάτια σου, μια ανάσα και ματώνω που σε πονάω, μια ανάσα και τα δάκρυά σου κυλάνε στο πρόσωπό μου, μια ανάσα και το ψαίμα μας είναι η μόνη αλήθεια μου, μια ανάσα, μια τυχαία ανάσα.. Καταπίνω αχόρταγα τον αέρα τον δηλητηριασμένο απ’ τη μυρωδιά σου και πνίγομαι, πώς να σωθώ, κρύβω το πρόσωπό μου στα ρούχα μου, κρύβομαι στη μυρωδιά τη δική μου, να ανασάνω κάτι από το σήμερα, να μετρήσω ως το δέκα, ν’ ανοίξω τα μάτια και να ‘χεις πάλι χαθεί.

Πώς να στα πω αυτά με άλλες λέξεις?
Υπάρχουν άραγε στ΄αλήθεια άλλες λέξεις?
Μια φορά κάποιος, ξέρεις, τις φοβήθηκε τις λέξεις μου
Γελάς?
Αλήθεια τις φοβήθηκε
Κι ας μην τις έντυσα ποτέ με ήχους
Ούτε αυτές που΄χαν πλυθεί με δάκρυα
Ούτε τις άλλες που η θέρμη τους μου έκαιγε τα χείλη
Ποτέ με τη φωνή μου δεν τις σκέπασα
Τα σοκάκια της σκέψης μου φοβήθηκε, τι κρίμα
Κι αυτές τις ζαβολιάρες πεταλούδες στο βλέμμα μου, πόσο, μα πόσο κρίμα
Πες μου εσύ πως δε θα φοβηθείς
Δε θέλω άλλο να λειαίνω τις άκρες μου
Και να μεταμφιέζω τις ματιές μου

Φοβάσαι?

Κι όταν γυρίζω στα δρομάκια τα κρυφά
Πάλι εσύ και κάποια αρώματα σβησμένα
Όλα απ’το φως κρυμμένα

Soundtrack: Τα φώτα που σβήνουν – Εκάτη

PS. Το πρώτο draft του προηγούμενου.. Το τραγούδι δε μου το ανεβάζει πάλι κι είναι κρίμα γιατί είναι πραγματικά υπέροχο..