Ψέματα?
Φυλάκισέ εσύ την αλήθεια και θα την υπηρετήσω
Βάλε μου εσύ τα όρια και υπόσχομαι να πειθαρχήσω
Όμως να ξέρεις πως χρυσόσκονες και ήχους με απόχες κυνηγάω
Συλλέγω ανταύγειες και αντανακλάσεις απ’τους ανθρώπους
Και κλέβω από τα γέλια τους τις μυρωδιές
Με ποιες κουβέντες άλλες να στα πω αυτά, να καταλάβεις?

Κι αν προσπαθήσω ακόμα, θα με καταλάβεις?
Χτες βράδυ σε μια απότομη στροφή
Πρόσωπο με πρόσωπο ήρθα με τη μυρωδιά σου
Κι αυτή η βιβλιοθηκονόμος μνήμη
Άνοιξε τα κιτάπια της, φόρεσε τα γυαλιά της
Εκείνη την ξύλινη σκαλίτσα της ανέβηκε
Σε τόμους επίτηδες βαλμένους στα πιο ψηλά τα ράφια για να φτάσει

Έψαξε, έψαξε, έψαξε
Φύσηξε στα μαλλιά μου τη σκόνη απ’το ονομά σου
Και μου το φόρεσε στολίδι στο λαιμό
Με μια ανάσα μοναχά, για να θυμάμαι τότε που έγραφα

Πόσος καιρός από τότε που νοστάλγησα τη φωνή σου, από τότε που το δέρμα μου ανατρίχιαζε γυρεύοντας το άγγιγμά σου, από τότε που κοιμήθηκα με τ’ όνομα σου αλμυρό στα χείλη μου, από τότε που κουβαλούσα συντροφιά μου το βλέμμα σου? Πολύς, πάρα πολύς, ίσα να κατακτήσω την ψευδαίσθηση, ελευθερίας, δύναμης, νίκης. Κι όμως. Είσαι μια τόση δα ανάσα μακρυά. Μια τόση δα τυχαία ανάσα.
Μια ανάσα και με διαπερνά ρίγος που με χαϊδεύεις με τα ακροδάχτυλα, μια ανάσα και κλέβεις φιλιά απ’ τα χείλη μου, μια ανάσα κι αφήνεις το βάρος σου πάνω μου, μια ανάσα και κοιμάμαι στα σεντόνια σου, μια ανάσα και τα χέρια σου διατρέχουν αχόρταγα το κορμί μου, μια ανάσα και είμαι είκοσι, μια ανάσα και βλέπω τον εαυτό μου μέσα απ’ τα μάτια σου, μια ανάσα και ματώνω που σε πονάω, μια ανάσα και τα δάκρυά σου κυλάνε στο πρόσωπό μου, μια ανάσα και το ψαίμα μας είναι η μόνη αλήθεια μου, μια ανάσα, μια τυχαία ανάσα.. Καταπίνω αχόρταγα τον αέρα τον δηλητηριασμένο απ’ τη μυρωδιά σου και πνίγομαι, πώς να σωθώ, κρύβω το πρόσωπό μου στα ρούχα μου, κρύβομαι στη μυρωδιά τη δική μου, να ανασάνω κάτι από το σήμερα, να μετρήσω ως το δέκα, ν’ ανοίξω τα μάτια και να ‘χεις πάλι χαθεί.

Πώς να στα πω αυτά με άλλες λέξεις?
Υπάρχουν άραγε στ΄αλήθεια άλλες λέξεις?
Μια φορά κάποιος, ξέρεις, τις φοβήθηκε τις λέξεις μου
Γελάς?
Αλήθεια τις φοβήθηκε
Κι ας μην τις έντυσα ποτέ με ήχους
Ούτε αυτές που΄χαν πλυθεί με δάκρυα
Ούτε τις άλλες που η θέρμη τους μου έκαιγε τα χείλη
Ποτέ με τη φωνή μου δεν τις σκέπασα
Τα σοκάκια της σκέψης μου φοβήθηκε, τι κρίμα
Κι αυτές τις ζαβολιάρες πεταλούδες στο βλέμμα μου, πόσο, μα πόσο κρίμα
Πες μου εσύ πως δε θα φοβηθείς
Δε θέλω άλλο να λειαίνω τις άκρες μου
Και να μεταμφιέζω τις ματιές μου

Φοβάσαι?

Κι όταν γυρίζω στα δρομάκια τα κρυφά
Πάλι εσύ και κάποια αρώματα σβησμένα
Όλα απ’το φως κρυμμένα

Soundtrack: Τα φώτα που σβήνουν – Εκάτη

PS. Το πρώτο draft του προηγούμενου.. Το τραγούδι δε μου το ανεβάζει πάλι κι είναι κρίμα γιατί είναι πραγματικά υπέροχο..