Εδώ στα Λονδίνα που λέτε, αγαπημένοι μου αναγνώστες, είναι φορές που αισθάνομαι σα στο σπίτι μου, ένα σουβλάκι λείπει μόνο και πραγματικά θα νομίζω ότι βρίσκομαι στη μαμά πατρίδα, τόσοι πολλοί οι Έλληνες που ζουν σ’ αυτή την πόλη. Περπατάς στο δρόμο και ακούς ελληνικά, πηγαίνεις σε μαγαζιά και ακούς ελληνικά, γνωρίζεις φίλους των (αλλοδαπών) φίλων σου και ω, τι έκπληξις, είναι Έλληνες, ενώ δε θα αναφερθώ καν στο πόσοι Έλληνες είμαστε που κάνουμε το μάστερ. (και δεν μπορώ να καταλάβω ρε γαμώτο, αφού είμαστε δέκα εκατομμύρια και κάτι όλοι κι όλοι, πώς σκατά γίνεται να είμαστε τόσοι πολλοί εδώ? Νέο κύμα μετανάστευσης? Τι να πω, δεν ξέρω, τέσπα).

Μετά από δίμηνη προσεκτική παρατήρηση του φαινουμένου “Έλληνες του εξωτερικού” λοιπόν, μπορώ μετά βεβαιότητος να πω ότι τους τρώει η νοσταλγία, (καθότι είναι γνωστό τοις πάσι ότι είμαστε ο πλέον υπέροχος λαός κι όταν είσαι τόσο υπέροχος τι να σου πουν οι άλλοι οι ξενέρωτοι) και ως εκ τούτου έχουν την τάση να σχηματίζουν μεγάλες ομάδες, ούτως ειπείν να γκετοποιούνται. Κολλάνε μεταξύ τους και μένουν στις ίδιες περιοχές (λέγε με και Bayswater), πηγαίνουν στα ίδια μαγαζιά, διοργανώνουν ελληνικά πάρτυ, πηγαίνουν στην εκκλησία (!?!) και τα σχετικά. Ακόμα δεν μπορώ να χωνέψω το γεγονός ότι κάποιος που είναι μολις δυο βδομάδες σε μια ξένη πόλη (και τι πόλη, γιατί να πεις είμαι στο τέρμα του πολιτισμένου κόσμου, στη μέση του πουθενά, χωμένος στην τάδε άγνωστη αγγλική επαρχία, πάει στο διάολο να το καταπιώ, που και πάλι δηλαδή, αλλά πόσω μάλλον, εδώ??!) και το κύριο μέλημά του είναι να πάει στα μπουζούκια (αν και μια ψυχή μου είπε ότι αξίζουν μια επίσκεψη καθότι εντελώς cult, σα να μπαίνεις στη χρονομηχανή και να σε ξεβράζει στη δεκαετία του πενήντα ένα πράγμα και ως περιγραφή πολύ με ιντρίγκαρε, ομολογώ, κάποια στιγμή θα πάω, έτσι για να δω για τι πράγμα μιλάμε, βρε παιδί!), όπως και να το κάνουμε πάντως, πάνω στις δύο βδομάδες που είσαι στο Λονδίνο να τρέχεις στα μπουζούκια δεν το λες (εσύ δήλαδή μπορεί και να το λες, αλλά εγώ σίγουρα δεν το λες, χοχο) και το πιο νορμάλ πράγμα στον κόσμο.

Σε κάθε περίπτωση όμως, aφού οι Έλληνες ρέουν άφθονοι σ’ αυτή την πόλη και το σύνδρομο Καζαντζίδη αποτελεί εξαιρετικά συχνή πάθηση (αφήστε που αν δε γίνει έγκαιρη διάγνωση της πάθησης, ο ασθενής κινδυνεύει να παρουσιάσει σοβαρότατες επιπλοκές και να καταλήξει να παρακολουθεί τα βραβεία Αρίων, θεωρώντας παράλληλα υποχρέωσή του να ενημερώνει το λοιπό πληθυσμό για τα αποτελέσματα “μα πάλι ο Χατζηγιάννης, τς, τς, τς” έχουμε ζήσει στιγμές μεγάλης αγωνίας, πιστεύω καταλαβαίνετε), καθόλου περίεργο λοιπόν δεν είναι που υπάρχει ένα μαγαζί εδώ (ένα ξέρω εγώ δηλαδή, έχω όμως μια απροσδιόριστη αίσθηση ότι θα υπάρχουν κι άλλα, χοχ), που κάθε βδομάδα έχει ελληνική βραδιά. Κι όλο μας έλεγαν να πάμε, κι όλο ο Γιάννης δεν μπορούσε κι όλο ο κώλος του πονούσε, αν με αντιλαμβάνεστε και αισίως είχαν περάσει δύο μήνες χωρίς να ζήσω αυτή την υπέρτατη εμπειρία. Χτες βράδυ όμως, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να πάμε κάπου αλλού (όπου είχε brazilian night ;) :) ) καταλήξαμε σ’ αυτό το μέρος να πίνουμε κάτι κρασιά, (τα λες και ξύδια εντελώς μεταξύ μας) και να ζούμε σε παράλληλη διάσταση. Όλα τα άκουσα και όλα τα έμαθα. Το καινούριο τραγουδάκι του Θάνου Πετρέλη θέτε? Το ξέρω. Κάτι άλλα ραπ (ο Δίας να τα κάνει) θέτε? Κι αυτά τα ξέρω. Βέρτη θέτε? Όλα τα άκουσα σας λέω. Πιο πολλά από σας ξέρω, είμαι σίγουρη.

Αλλά ομολογουμένως, μία ήταν η υπέρβαση, η στιγμή που άγγιξε την τελειότητα, το peak της βραδιάς, λατρεμένε αναγνώστη: Ένα όνομα, μία ιστορία. Στέλλα Γεωργιάδου. Τώρα μου μιλάει, τώρα με φιλάει. Τώρα μου λέει πως τρελά με αγαπάει. Τέλος! :)

Soundtrack: Rodrigo y Gabriella Tamacun
(το τελευταίο μου κόλλημα με το οποίο προσπαθώ να καλύψω το κενό της Στέλλας, ματαίως φυσικά και ταπεινά απολογούμαι, αλλά εδώ στην ξενιτιά, δεν μπορώ να κατεβάσω μουσική, ένα δράμα ζω, που να σας τα λέω)