Φεβρουαρίου 2008


Αναρωτιέμαι ποιος κανόνας προβλέπει ότι ακριβώς εκείνες τις μέρες που δε θα έχεις όρεξη να δεις κανένα, όλα θα σου φαίνονται ίδια και βαρετά, η ζωή μια ατέρμονη επανάληψη δίχως ουσία και σκοπό και για να μην τα πολυλογούμε θα σε διακατέχει γενικώς το συναίσθημα “τίποτα δε με πληροί”(λέγε και με και περιμένω περίοδο με δυο λόγια, καταραμένες ορμόνες), τότε λοιπόν, που το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι να χωθείς κάτω από το πάπλωμα και να περιορίσεις την ανθρώπινη επικοινωνία σου στο διάλογο με το delivery boy (το οποίο εφόσον δεν παίζεις σε σήριαλ όχι μόνο ΔΕΝ είναι ο Tότσικας, αλλά είναι κάτι που μάλλον φέρνει σε γκρέμλιν μετά το αφρόλουτρο), ενώ οποιαδήποτε έξοδος μοιάζει με προοπτική βγαλμένη από εφιάλτη, τότε λοιπόν ακριβώς, θα σε θυμηθούν όλοι οι πιθανοί και απίθανοι άνθρωποι σ’ αυτή τη γη και θα θέλουν βόλτες, ποτά και χαρούλες.
Από τη μία άνθρωποι που σε άλλη περίπτωση θα πέταγες τη σκούφια σου (τη μαύρη με τα στρασάκια, χοχο) για να βγεις μαζί τους ;) και και από την άλλη άνθρωποι που θα τους βαριόσουν ακόμα και υπό Κ.Σ., πόσω μάλλον τώρα, όλοι στο ίδιο τσουβάλι βαλμένοι και όλως παραδόξως της ίδιας αντιμετώπισης να τυγχάνουν. Έχω γίνει εξπέρ στο να επινοώ δικαιολογίες αυτές τις μέρες και εύχομαι μόνο να θυμάμαι τι ψέμα έχω πει στον καθένα για να μην τα μπερδέψω. Άραγε αυτά τα ψέματα θεωρούνται λευκά? Έστω ένα εκρού (του νεκρού)? Το κάνεις θεωρητικά για να μην προσβάλλεις τον άλλο, λέγοντας του νέτα σκέτα ότι δεν έχεις κέφι και απλά βαριέσαι. Γιατί θέλοντας και μη θα το πάρει ολίγον προσωπικά, πώς να το κάνουμε. Ε κι εγώ λίγο προσωπικά θα το έπαιρνα είναι η αλήθεια. Όχι, φυσικά από φίλους μου. Με τους φίλους δεν έχεις τέτοιο θέμα, σ’ αυτούς μπορείς όντως να πεις, “βαριέμαι τραγικά και δε θέλω να κάνω τίποτα άλλο εκτός από το να γκρινιάζω, άρα σου κάνω μεγάλη χάρη που δε θα έρθω γιατι γλιτώνεις ένα τρίωρο ρεσιτάλ γκρίνιας με μπόνους κατεβασμένα μούτρα και 3 κουταλιές μίρλα”, αλλά στους άλλους, τους “γνωστούς” που για κάποιο λόγο θέλουν να γίνετε φίλοι, τι λες?? Λέω να το κλείσω το ρημάδι, να τελειώνουμε, γιατί και το να λέω σε κάποιον δεν μπορω σήμερα, το βλέπουμε για αύριο, φράση στην οποία όπως όλοι αντιλαμβάνεστε, η λέξη «αύριο» χρησιμοποιείται ως εφαρμογή της σχετικότητας του χωροχρονου, δε μου αρέσει καθόλου, πολύ κάφρος αισθάνομαι και δεν είναι του επιπέδου μου, καταλαβαίνετε.

Αλλά τι να κάνω που δεν έχω διάθεση? Τι πρόβλημα κι αυτό, να μην μπορώ να πω απλά όχι. Σαν τους Κινέζους ένα πράγμα, που όπως μου είπανε προσφάτως, δεν έχουν την έννοια στη γλώσσα τους, οπότε άντε να συνεννοηθούν. Αντί να λένε όχι να λένε ναι, αλλά. Τεράστιο θέμα. Τουλάχιστον αυτοί, όμως, έχουν μια δικαιολογία, τι να κάνουν οι δόλιοι δε φταίνε, να αλλάξουν τώρα ολόκληρη τη γλώσσα τους, δε γίνεται. Εμένα πάλι γιατί έρχεται και με πιάνει ένα ενοχικό άνευ προηγουμένου και αισθάνομαι σα να κάνω κανένα κακό απίστευτο? Το ίδιο όπως και όταν μου ζητάνε τηλέφωνο και δε θέλω να το δώσω. Γιατί να στο δώσω βρε καλέ μου, αφού βλέπεις ότι δεν? Αμα σου λέω μια φορά όχι (με τεράστια δυσκολία..!), τι επιμένεις?? Για να με παίρνεις μετά κι εσύ κι εγώ να ψάχνω να βρίσκω δικαιολογίες κι εσύ να βρίζεις τις γκόμενες που δεν ξέρουν τι θέλουν και αφού δε γουστάρουν γιατί να σου δίνουν τηλέφωνο εξαρχής και να σε βάζουν σ’ αυτή τη διαδικασία???? Αλλά ατάκα κι αυτή για να σου ζητήσει κάποιος τηλέφωνο όμως. “Ψήσου. Ψήσου να μου δώσεις το τηλέφωνό σου..!” Αγκρ. Δεν μπορεί. Δεν μπορεί όλοι οι βλαμμένοι απαρεκγλίτως και χωρίς εξαιρέσεις να νιώθουν μια ακατανίκητη έλξη για μένα, απλά δεν μπορεί. Κάτι κάνω λάθος, κάποια ταμπέλα έχω (που δε θέλω να ξέρω τι γράφει), αλλιώς δεν εξηγείται. Πάω να προβάρω στον καθρέφτη μου τη λέξη “όχι”. Ό-χι. Όχι. Όχι?

Soundtrack: LucyMy name is Lucy
(Τι? Δεν παίζει? Φυσικά και δεν παίζει. Κατέβασέ το και στείλτο μου παρακαλώ,χοχο. Ε, κι αν βαριέσαι, βάλε Best, κάποια στιγμή θα το πετύχεις. Εγώ έτσι κάνω. :D )

PS
. Δεν ξέρω αν έχει βγει ή πότε βγαίνει στην Αθήνα, αλλά όταν μπορέσετε, δείτε την ταινία The diving-bell and the butterfly. Αν θέλετε δηλαδή, όλα κι όλα εδώ είμαστε δημοκρατικό blog. Αλλά όσοι ξέρετε ότι έχουμε κοινό γούστο στο σινεμά, σπεύσατε, αξίζει. Αν δεν την έχετε ήδη δει, προτείνω ανεπιφύλακτα και την προηγούμενη του Julian Schnabel, Before the night falls την οποία αγάπησα εξίσου.

Ξέρεις ότι κάποιος που φθονεί βαθιά την εκθαμβωτική ομορφιά σου, την ανυπέρβλητη εξυπνάδα σου και την ακαταμάχητη προσωπικότητά σου σε έχει μουτζώσει-παύλα-ματιάσει-παύλα-καταραστεί-παύλα-σου έχει κάνει βουντού, όταν σου συμβαίνουν τα παρακάτω με τυχαία σειρά και χωρίς ειρμό, όπως πάντα:

- Είσαι άρρωστη εδώ και σχεδόν δύο βδομάδες, όπου άρρωστη = φυσάς τη μύτη σου κάθε 3,5834 νανοδευτερόλεπτα, βήχεις σαν ογδονταπεντάχρονος που έχει πεθάνει εδώ και μέρες αλλά κάποιος ξέχασε να τον ενημερώσει και συνεχίζει να βήχει, έτσι από συνήθεια, και το κεφάλι σου είναι βαρύ βαρύ βαρύ, σα να προσπαθεί κάποιος να σου μάθει επιτέλους να περπατάς στητά και χαριτωμένα και να σου’χει φορτώσει όλα τα έργα του Ντοστογιέφσκι σε δερματόδετους τόμους στο κεφάλι.
- Πηγαίνεις στην τράπεζα για να δεις τι έχει γίνει επιτέλους μ’ εκείνη την κάρτα αναλήψεως που έπρεπε να είχε φτάσει εδώ και κάτι μέρες, μετά από διαδικασίες επί διαδικασιών και άαααπειρη γραφειοκρατία που έχει κρατήσει ένα μήνα, για να σου δώσουν ΤΩΡΑ μία ακόμα αίτηση για να συμπληρώσεις, την οποία δε σου είχαν δώσει τόσο καιρό και they’re sorry love, οπότε να έχεις να περιμένεις πιθανότατα άλλο τόσο ή ίσως και παραπάνω, αλλά έχω νομίζω πολύ καλές πιθανότητες να την πάρω, πότε να πούμε, τον Αύγουστο ίσως, ποιος ξέρει uk είναι εδώ, ίσως να έχουν τη δυνατότητα να μου τη στείλουν σε όποιο ελληνικό νησί θέλω να ελπίζω ότι θα λιάζομαι και τόσο εξαιρετικά χρήσιμη θα μου είναι, ας πούμε για να ανοίγω την πόρτα του δωματίου μου όταν κλειδώνομαι έξω, μη χαλάμε και την ταυτότητα τώρα, αμαρτία είναι.
- Γυρνάς σπίτι μετά από ένα ατελείωτο συνέδριο (και μόνο που έγραψα αυτή τη φράση, αισθάνομαι ξαφνικά σα να μεγάλωσα και δέκα χρόνια μη σας πω, τι έγινε ρε παιδιά??), την τελευταία ώρα του οποίου έχεις περάσει αμφισβητώντας με εξαιρετικά πειστικά επιχειρήματα τις επιλογές τις ζωής σου και αναζητώντας εις μάτην το ταλέντο που όλοι κάπου πρέπει να έχουμε (ποιος πήρε το δικό μου, να το δώσει αμέσως πίσω, θα το πω στη μαμά μουουουου, σνιιιιιιφ), και αφού έχεις πιει τα κρασάκια σου στο reception (εμ, για τι νομίζατε ότι πήγα??) σκέτα, ξεροσφύρι, βεβαίως, γιατί Άγγλοι είναι αυτοί, ούτε ένα ξηροκάρπιο δεν προσφέρουν να πάει κάτω το πιοτί, αντί να πας για φαγητό μετά, θεωρείς απείρως σημαντικότερο να τρέξεις σπίτι να ανανεώσεις τα βιβλία που έχεις δανειστεί από τη βιβλιοθήκη. Γυρνάς λοιπόν, βήχοντας και ρουφώντας τη μύτη σου ρυθμικά, κοιτάζοντας καχύποπτα γύρω σου, θεωρώντας σίγουρο πως κάπου στην έχουν στημένη τα μέλη της Γκρινπις για να σε γιαουρτώσουν που μόνη σου έχεις ξεπαστρέψει ένα και δύο και τρία δάση του Αμαζονίου σε χαρτομάντηλα και βγαίνοντας από το μετρό διαπιστώνεις ότι ακόμα κι αν ήταν εκεί σύσσωμη η Γκρινπις δε θα μπορούσες να το καταλάβεις, καθότι δε βλέπεις τη μύτη σου κυριολεκτικά από την ομίχλη. Σκουντουφλώντας φτάνεις σπίτι και ανακαλύπτεις ότι για κάποιο λόγο που μόνο οι Άγγλοι θα μπορούσαν να εξηγήσουν, να καταλάβουν και να ΜΗ διαμαρτυρηθούν δεν έχεις ίντερνετ. Μετά τις πρώτες κατάρες (που να σας γυρίσουν οι φτέρνες ανάποδα και να θέλετε να πάτε μπροστά και να πηγαίνετε πίσω, αγαπημένη κατάρα, με διαφορά ανακηρυγμένη νάμπερ ουάν, χοχο), μαζεύεις τα κομμάτια σου και σέρνεσαι μέχρι τη βιβλιοθήκη μαντεύοντας το δρόμο μες στην ομίχλη και ελπίζοντας να μην την πατήσεις σαν ηρωίδα θρίλερ, γιατί ως γνωστόν η χαζή γκόμενα του έργου σκοτώνεται πάντα πρώτη και για κάποιο λόγο έχεις μια απροσδιόριστη αίσθηση ότι ΕΙΣΑΙ η χαζή γκόμενα του έργου.
- Ανακαλύπτεις με τρόμο και αγωνία ότι οι Nouvelle Vague δίνουν αύριο συναυλία κι εσύ δεν έχεις πάρει μυρωδιά (εμ, με τόσο βουλωμένη μύτη, πώς να πάρεις, αααχ, να θυμηθώ να ρωτήσω το Μάκη πού πάει ο Καραμήτρος) και φυσικά τώρα που το κατάλαβες εσύ είναι sold out. Τουλάχιστον δε θα τρέχω μέχρι εκεί, όπως με τη secret gig των Radiohead, ω, τι απογοήτευσις, τι θλίψις, τι οδυρμός.
- Η σούπερ ακριβείας ζυγαριά που αγόρασες υπερπροσφορά 3 λίρες απ’ τα tesco σου λέει με χαρά ότι έχεις πάρει τρία κιλά (λίρα και κιλό, καταλάβατε, χάθηκε να τις χάριζαν, την τύχη μου την καταναλώτρια που είναι να μη δω προσφορά, το μάτι μου γουρλώνει, με πιάνει μια φαγούρα, ένα ξύσιμο, ένα κάτιτις και ησυχία δε βρίσκω μέχρι να δώσω τα λεφτά μου στο ταμείο και να φύγω με κάτι εντελώς μα εντελώς άχρηστο αλλά τρελή προσφορά μην ξεχνιόμαστε, στην τσάντα μου) και μετά το πρώτο κύμα κατάθλιψης αποφασίζεις έχοντας σώας (?) τας φρένας να μην ξαναφάς ποτέ, ποτέ, ποτέ, να πετάξεις το στοκ από σοκολάτες-παύλα-μπισκότα-παύλα-πολυαγαπημένα χαρίμπο (αυτό πόνεσε) από το παράθυρο και να κάνεις την εξαιρετικά εμπεριστατωμένη και επιστημονικά αναγνωρισμένη δίαιτα με τα μήλα, η οποία βασίζεται σε ένα απλό δόγμα: 3214 μήλα την ημέρα τα κιλά τα κάνουν πέρα και επομένως τρως μήλα μέχρι να αρχίσεις να βγάζεις αφρούς και να φτύνεις κουκούτσια. (Κάτι ώρες μετράω. Αλλά ΔΕ θα το βάλω κάτω. ΔΕ θα το βάλω κάτω. Τι έλεγα? Α, ναι. ΔΕ θα το βάλω κάτω..!)

Αυτά. Πάω τώρα να διαβάσω για ν-ιοστή φορά τον ορισμό του όρου economies of agglomeration και μετά λέω να πεθάνω, γιατί πολύ το κούρασα πιστεύω. Άμα δε σε θέλει, δε σε θέλει, τέλλος! (ο Γουλιέλμος, αχα, καλό ε)

Soundtrack: The Smiths – Heaven knows I’m miserable now

Σκοτώνουν λέει τα άλογα όταν γεράσουν
Και τα λόγια?
Όλα τα λόγια μου που γέρασαν
Αναζητώντας μια φιλόξενη ακρόαση
Τι να τα κάνω?

Scared to be alone
Frightened of the dark
Everything’s too much
For a girl out of touch with her feelings
Έχω πολλά απ’ αυτά
Βλέπεις
μου επιστρέφονται
If undelivered please return to sender
Μεγάλη ευθύνη νασαι αποστολέας
Πόσο μεγάλη ευθύνη
I must be to blame
I must be at fault
I believe I’m never good enough
To shine a light that lingers
Και δε μου πάει η καρδιά να τα σκοτώσω
Ήδη αρκετός ο τρόμος τους κάθε που μ’ αντικρύζουν
Δεν τα κατηγορώ που πια δε με γνωρίζουν
Φταίνε αυτά τα ολοκαίνουριά μου αποτυπώματα
Τα πήρα σε καλή τιμή
Ξεπούλημα λέει λόγω ανακαίνισης
Ευκαιρία

I have witnessed starbursts

in your coal black eyes
I am what I try to deny
Μάτια δεν άλλαξα όχι
Δέρμα μονάχα
Ξέρεις πώς είναι άλλωστε τα εξωτερικά καλύμματα
Πώς ξεθωριάζουνε τα χρώματά τους απ’ τα καθημερινά τα όνειρα
Πώς τα νοτίζουνε τα βλέμματα και οι λέξεις

I have seen the serpent coiling set to strike
And love is your usual disguise

Ποιον ψάχνεις άραγε?
Ανάσες έχεις για το δρόμο?

Pleased to meet you
Where you from
And what’s your name?

Όχι δικές μου, όχι
Δικό μου μόνο αυτό το πράσινο, παχύρρευστο υγρό
Διαλύει τα λίπη, τις έννοιες και τις σκέψεις
Δίχως
κόπο
διαλύει
τις σκέψεις
Never came alive
Never cut the cord
Nothing is too much

for a girl out of touch
With her feelings

Να
σου φτιάξω καφέ?
Θα τον πιούμε μαζί
καθισμένοι εκεί
πλάι στο παράθυρο
μαζεύοντας
αχτίδες
Worshipping the moonshine
Skinning up the grapevine
I don’t have a plan where I’m going
I just follow my fingers

Αγκαλιά
?
I will be the burning man
To grace these times
I am what I try to deny
I reflect the same eyes looking back at me
And love is the only reply

Ξύπνα με, ξύπνα με, ξύπνα με
Μέσα από χείλη σφαλιστά ζηλεύω τη φωνή μου
Ξύπνα με, ξύπνα με, ξύπνα με
Να καυτηριάσουμε μαζί κάτι ατίθασες νευρικές απολήξεις
Κι
εκείνο το σημάδι στο μηρό εσωτερικά
Ξύπνα με
Pleased to meet you
Where you from

and what’s your name
Κάποιος άγγελος φύλακας με κατασκοπεύει αυτές τις μέρες
σχεδόν μ’ αγγίζει με τις χνουδωτές του νότες
προτού με φτάσει όμως πάντοτε σκοντάφτει
σ’ αυτά τα ίδια λόγια μου, τα ατάκτως εριμμένα
We’re more than enough
Dead Ringers

Pleased to meet you
Where you from
And what’s your name ?
What’s your name…?

Soundtrack: James – Pleased to meet you