Ξέρεις ότι κάποιος που φθονεί βαθιά την εκθαμβωτική ομορφιά σου, την ανυπέρβλητη εξυπνάδα σου και την ακαταμάχητη προσωπικότητά σου σε έχει μουτζώσει-παύλα-ματιάσει-παύλα-καταραστεί-παύλα-σου έχει κάνει βουντού, όταν σου συμβαίνουν τα παρακάτω με τυχαία σειρά και χωρίς ειρμό, όπως πάντα:

- Είσαι άρρωστη εδώ και σχεδόν δύο βδομάδες, όπου άρρωστη = φυσάς τη μύτη σου κάθε 3,5834 νανοδευτερόλεπτα, βήχεις σαν ογδονταπεντάχρονος που έχει πεθάνει εδώ και μέρες αλλά κάποιος ξέχασε να τον ενημερώσει και συνεχίζει να βήχει, έτσι από συνήθεια, και το κεφάλι σου είναι βαρύ βαρύ βαρύ, σα να προσπαθεί κάποιος να σου μάθει επιτέλους να περπατάς στητά και χαριτωμένα και να σου’χει φορτώσει όλα τα έργα του Ντοστογιέφσκι σε δερματόδετους τόμους στο κεφάλι.
- Πηγαίνεις στην τράπεζα για να δεις τι έχει γίνει επιτέλους μ’ εκείνη την κάρτα αναλήψεως που έπρεπε να είχε φτάσει εδώ και κάτι μέρες, μετά από διαδικασίες επί διαδικασιών και άαααπειρη γραφειοκρατία που έχει κρατήσει ένα μήνα, για να σου δώσουν ΤΩΡΑ μία ακόμα αίτηση για να συμπληρώσεις, την οποία δε σου είχαν δώσει τόσο καιρό και they’re sorry love, οπότε να έχεις να περιμένεις πιθανότατα άλλο τόσο ή ίσως και παραπάνω, αλλά έχω νομίζω πολύ καλές πιθανότητες να την πάρω, πότε να πούμε, τον Αύγουστο ίσως, ποιος ξέρει uk είναι εδώ, ίσως να έχουν τη δυνατότητα να μου τη στείλουν σε όποιο ελληνικό νησί θέλω να ελπίζω ότι θα λιάζομαι και τόσο εξαιρετικά χρήσιμη θα μου είναι, ας πούμε για να ανοίγω την πόρτα του δωματίου μου όταν κλειδώνομαι έξω, μη χαλάμε και την ταυτότητα τώρα, αμαρτία είναι.
- Γυρνάς σπίτι μετά από ένα ατελείωτο συνέδριο (και μόνο που έγραψα αυτή τη φράση, αισθάνομαι ξαφνικά σα να μεγάλωσα και δέκα χρόνια μη σας πω, τι έγινε ρε παιδιά??), την τελευταία ώρα του οποίου έχεις περάσει αμφισβητώντας με εξαιρετικά πειστικά επιχειρήματα τις επιλογές τις ζωής σου και αναζητώντας εις μάτην το ταλέντο που όλοι κάπου πρέπει να έχουμε (ποιος πήρε το δικό μου, να το δώσει αμέσως πίσω, θα το πω στη μαμά μουουουου, σνιιιιιιφ), και αφού έχεις πιει τα κρασάκια σου στο reception (εμ, για τι νομίζατε ότι πήγα??) σκέτα, ξεροσφύρι, βεβαίως, γιατί Άγγλοι είναι αυτοί, ούτε ένα ξηροκάρπιο δεν προσφέρουν να πάει κάτω το πιοτί, αντί να πας για φαγητό μετά, θεωρείς απείρως σημαντικότερο να τρέξεις σπίτι να ανανεώσεις τα βιβλία που έχεις δανειστεί από τη βιβλιοθήκη. Γυρνάς λοιπόν, βήχοντας και ρουφώντας τη μύτη σου ρυθμικά, κοιτάζοντας καχύποπτα γύρω σου, θεωρώντας σίγουρο πως κάπου στην έχουν στημένη τα μέλη της Γκρινπις για να σε γιαουρτώσουν που μόνη σου έχεις ξεπαστρέψει ένα και δύο και τρία δάση του Αμαζονίου σε χαρτομάντηλα και βγαίνοντας από το μετρό διαπιστώνεις ότι ακόμα κι αν ήταν εκεί σύσσωμη η Γκρινπις δε θα μπορούσες να το καταλάβεις, καθότι δε βλέπεις τη μύτη σου κυριολεκτικά από την ομίχλη. Σκουντουφλώντας φτάνεις σπίτι και ανακαλύπτεις ότι για κάποιο λόγο που μόνο οι Άγγλοι θα μπορούσαν να εξηγήσουν, να καταλάβουν και να ΜΗ διαμαρτυρηθούν δεν έχεις ίντερνετ. Μετά τις πρώτες κατάρες (που να σας γυρίσουν οι φτέρνες ανάποδα και να θέλετε να πάτε μπροστά και να πηγαίνετε πίσω, αγαπημένη κατάρα, με διαφορά ανακηρυγμένη νάμπερ ουάν, χοχο), μαζεύεις τα κομμάτια σου και σέρνεσαι μέχρι τη βιβλιοθήκη μαντεύοντας το δρόμο μες στην ομίχλη και ελπίζοντας να μην την πατήσεις σαν ηρωίδα θρίλερ, γιατί ως γνωστόν η χαζή γκόμενα του έργου σκοτώνεται πάντα πρώτη και για κάποιο λόγο έχεις μια απροσδιόριστη αίσθηση ότι ΕΙΣΑΙ η χαζή γκόμενα του έργου.
- Ανακαλύπτεις με τρόμο και αγωνία ότι οι Nouvelle Vague δίνουν αύριο συναυλία κι εσύ δεν έχεις πάρει μυρωδιά (εμ, με τόσο βουλωμένη μύτη, πώς να πάρεις, αααχ, να θυμηθώ να ρωτήσω το Μάκη πού πάει ο Καραμήτρος) και φυσικά τώρα που το κατάλαβες εσύ είναι sold out. Τουλάχιστον δε θα τρέχω μέχρι εκεί, όπως με τη secret gig των Radiohead, ω, τι απογοήτευσις, τι θλίψις, τι οδυρμός.
- Η σούπερ ακριβείας ζυγαριά που αγόρασες υπερπροσφορά 3 λίρες απ’ τα tesco σου λέει με χαρά ότι έχεις πάρει τρία κιλά (λίρα και κιλό, καταλάβατε, χάθηκε να τις χάριζαν, την τύχη μου την καταναλώτρια που είναι να μη δω προσφορά, το μάτι μου γουρλώνει, με πιάνει μια φαγούρα, ένα ξύσιμο, ένα κάτιτις και ησυχία δε βρίσκω μέχρι να δώσω τα λεφτά μου στο ταμείο και να φύγω με κάτι εντελώς μα εντελώς άχρηστο αλλά τρελή προσφορά μην ξεχνιόμαστε, στην τσάντα μου) και μετά το πρώτο κύμα κατάθλιψης αποφασίζεις έχοντας σώας (?) τας φρένας να μην ξαναφάς ποτέ, ποτέ, ποτέ, να πετάξεις το στοκ από σοκολάτες-παύλα-μπισκότα-παύλα-πολυαγαπημένα χαρίμπο (αυτό πόνεσε) από το παράθυρο και να κάνεις την εξαιρετικά εμπεριστατωμένη και επιστημονικά αναγνωρισμένη δίαιτα με τα μήλα, η οποία βασίζεται σε ένα απλό δόγμα: 3214 μήλα την ημέρα τα κιλά τα κάνουν πέρα και επομένως τρως μήλα μέχρι να αρχίσεις να βγάζεις αφρούς και να φτύνεις κουκούτσια. (Κάτι ώρες μετράω. Αλλά ΔΕ θα το βάλω κάτω. ΔΕ θα το βάλω κάτω. Τι έλεγα? Α, ναι. ΔΕ θα το βάλω κάτω..!)

Αυτά. Πάω τώρα να διαβάσω για ν-ιοστή φορά τον ορισμό του όρου economies of agglomeration και μετά λέω να πεθάνω, γιατί πολύ το κούρασα πιστεύω. Άμα δε σε θέλει, δε σε θέλει, τέλλος! (ο Γουλιέλμος, αχα, καλό ε)

Soundtrack: The Smiths – Heaven knows I’m miserable now