Αναρωτιέμαι ποιος κανόνας προβλέπει ότι ακριβώς εκείνες τις μέρες που δε θα έχεις όρεξη να δεις κανένα, όλα θα σου φαίνονται ίδια και βαρετά, η ζωή μια ατέρμονη επανάληψη δίχως ουσία και σκοπό και για να μην τα πολυλογούμε θα σε διακατέχει γενικώς το συναίσθημα “τίποτα δε με πληροί”(λέγε και με και περιμένω περίοδο με δυο λόγια, καταραμένες ορμόνες), τότε λοιπόν, που το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι να χωθείς κάτω από το πάπλωμα και να περιορίσεις την ανθρώπινη επικοινωνία σου στο διάλογο με το delivery boy (το οποίο εφόσον δεν παίζεις σε σήριαλ όχι μόνο ΔΕΝ είναι ο Tότσικας, αλλά είναι κάτι που μάλλον φέρνει σε γκρέμλιν μετά το αφρόλουτρο), ενώ οποιαδήποτε έξοδος μοιάζει με προοπτική βγαλμένη από εφιάλτη, τότε λοιπόν ακριβώς, θα σε θυμηθούν όλοι οι πιθανοί και απίθανοι άνθρωποι σ’ αυτή τη γη και θα θέλουν βόλτες, ποτά και χαρούλες.
Από τη μία άνθρωποι που σε άλλη περίπτωση θα πέταγες τη σκούφια σου (τη μαύρη με τα στρασάκια, χοχο) για να βγεις μαζί τους ;) και και από την άλλη άνθρωποι που θα τους βαριόσουν ακόμα και υπό Κ.Σ., πόσω μάλλον τώρα, όλοι στο ίδιο τσουβάλι βαλμένοι και όλως παραδόξως της ίδιας αντιμετώπισης να τυγχάνουν. Έχω γίνει εξπέρ στο να επινοώ δικαιολογίες αυτές τις μέρες και εύχομαι μόνο να θυμάμαι τι ψέμα έχω πει στον καθένα για να μην τα μπερδέψω. Άραγε αυτά τα ψέματα θεωρούνται λευκά? Έστω ένα εκρού (του νεκρού)? Το κάνεις θεωρητικά για να μην προσβάλλεις τον άλλο, λέγοντας του νέτα σκέτα ότι δεν έχεις κέφι και απλά βαριέσαι. Γιατί θέλοντας και μη θα το πάρει ολίγον προσωπικά, πώς να το κάνουμε. Ε κι εγώ λίγο προσωπικά θα το έπαιρνα είναι η αλήθεια. Όχι, φυσικά από φίλους μου. Με τους φίλους δεν έχεις τέτοιο θέμα, σ’ αυτούς μπορείς όντως να πεις, “βαριέμαι τραγικά και δε θέλω να κάνω τίποτα άλλο εκτός από το να γκρινιάζω, άρα σου κάνω μεγάλη χάρη που δε θα έρθω γιατι γλιτώνεις ένα τρίωρο ρεσιτάλ γκρίνιας με μπόνους κατεβασμένα μούτρα και 3 κουταλιές μίρλα”, αλλά στους άλλους, τους “γνωστούς” που για κάποιο λόγο θέλουν να γίνετε φίλοι, τι λες?? Λέω να το κλείσω το ρημάδι, να τελειώνουμε, γιατί και το να λέω σε κάποιον δεν μπορω σήμερα, το βλέπουμε για αύριο, φράση στην οποία όπως όλοι αντιλαμβάνεστε, η λέξη «αύριο» χρησιμοποιείται ως εφαρμογή της σχετικότητας του χωροχρονου, δε μου αρέσει καθόλου, πολύ κάφρος αισθάνομαι και δεν είναι του επιπέδου μου, καταλαβαίνετε.

Αλλά τι να κάνω που δεν έχω διάθεση? Τι πρόβλημα κι αυτό, να μην μπορώ να πω απλά όχι. Σαν τους Κινέζους ένα πράγμα, που όπως μου είπανε προσφάτως, δεν έχουν την έννοια στη γλώσσα τους, οπότε άντε να συνεννοηθούν. Αντί να λένε όχι να λένε ναι, αλλά. Τεράστιο θέμα. Τουλάχιστον αυτοί, όμως, έχουν μια δικαιολογία, τι να κάνουν οι δόλιοι δε φταίνε, να αλλάξουν τώρα ολόκληρη τη γλώσσα τους, δε γίνεται. Εμένα πάλι γιατί έρχεται και με πιάνει ένα ενοχικό άνευ προηγουμένου και αισθάνομαι σα να κάνω κανένα κακό απίστευτο? Το ίδιο όπως και όταν μου ζητάνε τηλέφωνο και δε θέλω να το δώσω. Γιατί να στο δώσω βρε καλέ μου, αφού βλέπεις ότι δεν? Αμα σου λέω μια φορά όχι (με τεράστια δυσκολία..!), τι επιμένεις?? Για να με παίρνεις μετά κι εσύ κι εγώ να ψάχνω να βρίσκω δικαιολογίες κι εσύ να βρίζεις τις γκόμενες που δεν ξέρουν τι θέλουν και αφού δε γουστάρουν γιατί να σου δίνουν τηλέφωνο εξαρχής και να σε βάζουν σ’ αυτή τη διαδικασία???? Αλλά ατάκα κι αυτή για να σου ζητήσει κάποιος τηλέφωνο όμως. “Ψήσου. Ψήσου να μου δώσεις το τηλέφωνό σου..!” Αγκρ. Δεν μπορεί. Δεν μπορεί όλοι οι βλαμμένοι απαρεκγλίτως και χωρίς εξαιρέσεις να νιώθουν μια ακατανίκητη έλξη για μένα, απλά δεν μπορεί. Κάτι κάνω λάθος, κάποια ταμπέλα έχω (που δε θέλω να ξέρω τι γράφει), αλλιώς δεν εξηγείται. Πάω να προβάρω στον καθρέφτη μου τη λέξη “όχι”. Ό-χι. Όχι. Όχι?

Soundtrack: LucyMy name is Lucy
(Τι? Δεν παίζει? Φυσικά και δεν παίζει. Κατέβασέ το και στείλτο μου παρακαλώ,χοχο. Ε, κι αν βαριέσαι, βάλε Best, κάποια στιγμή θα το πετύχεις. Εγώ έτσι κάνω. :D )

PS
. Δεν ξέρω αν έχει βγει ή πότε βγαίνει στην Αθήνα, αλλά όταν μπορέσετε, δείτε την ταινία The diving-bell and the butterfly. Αν θέλετε δηλαδή, όλα κι όλα εδώ είμαστε δημοκρατικό blog. Αλλά όσοι ξέρετε ότι έχουμε κοινό γούστο στο σινεμά, σπεύσατε, αξίζει. Αν δεν την έχετε ήδη δει, προτείνω ανεπιφύλακτα και την προηγούμενη του Julian Schnabel, Before the night falls την οποία αγάπησα εξίσου.