Και θα μου πεις, τι σου ήρθε τώρα καλοκαιριάτικα με τους σαράντα βαθμούς να μας ταλαιπωρείς κι εσύ, ρε φιλενάδα, φόρα εκεί πέρα κανένα φορεματάκι, τράβα να πιεις κανένα μοχίτο, κανένα ντάκιρι πεπόνι, το κατιτίς τέλος πάντων, γιατί ό,τι πίνει κανείς καλό είναι και άσε μας κι εμάς στην ησυχία μας, γιατί η πολλή σκέψη με τόση ζέστη αντενδύκνειται, το λέει κι ο γιατρός, δεν είμαστε τώρα για να καίμε καμιά φλάντζα, έχουμε και την οικονομική την κρίση, μην ξεχνιόμαστε, αλλά, είναι που το στομάχι μου έχει δεθεί φιόγκος και δεν έχω πού να πω τον πόνο μου, να σκάσω μου’ρχεται, κατάλαβες; Κι όλοι οι άλλοι με έχουν σιχαθεί και αν κάνω ότι ανοίγω το στοματάκι μου παίρνουν το ύφος σε βαριέμαι σαν το θάνατο και μπορεί και λίγο περισσότερο και προκειμένου να με αποφύγουν γυρίζουν διακριτικά την κουβέντα στο ασφαλιστικό, στο μουντιάλ ή σε ό,τι άλλο τους βρεθεί εύκαιρο,  αν κι εγώ είμαι πολύ σίγουρη ότι καθόλου δεν έχω πρήξει την ανθρωπότητα, αλλά αντιμετωπίζω τις καταστάσεις με στωικότητα και σωφροσύνη, αλλά αυτοί όλοι είναι γαϊδούρια και όταν πάω κι εγώ μια φορά να ζητήσω μια συμβουλή ξινίζουν τις μούρες τους απολύτως ανεξήγητα και αναιτιολόγητα. Τι τα θες, αυτά συμβαίνουν όταν οι καταστάσεις χρονίζουν κι εσύ μένεις εκεί κολλημένος με την μπάλα κι ας μην αλλάζει τίποτα, ζώντας σε επανάληψη την ημέρα της μαρμότας, γιατί κι αν είχε ένα ενδιαφέρον στην αρχή, τώρα πάει, έχει βαρεθεί το κοινό και η μόνη απάντηση που σου πρέπει σε ο,τιδήποτε ανοίγεις το στόμα σου να πεις είναι ένα «μην ασχολείσαι με το μαλάκα», αλλά έλα που εσύ μόνο μ’ αυτό απασχολείς το μυαλό σου, του οποίου εκτός των άλλων οι δυνατότητες συγκέντρωσης έχουν μειωθεί δραματικά σε κάτι ελαφρά ανώτερο της αμοιβάδας. Και γιατί έκανε αυτό και γιατί είπε το άλλο και που με κοίταξε έτσι και που με άγγιξε αλλιώς. Όπως καταλαβαίνεις, έχω προβλήματα, φιλενάδα, γιατί άλλωστε αυτά είναι τα δράματα της ζωής και το τσιγάρο σίγουρα δεν βοηθάει. Και παίρνω κάθε μέρα την απόφαση να το κόψω το ρημάδι, το χούι το διαβόλου και κάθε μέρα καπνίζω σαν τον αράπη, πάφα-πούφα, πάφα-πούφα, τόσο που στο τέλος με σιχαίνομαι κι εγώ η ίδια και φαντάζομαι ότι έχω μετατραπεί σε ένα τεράστιο τασάκι παντοιοτρόπως και συγχύζομαι έξτρα παραπάνω με τη μαλακία που με δέρνει. Γενικώς περνάω τη φάση που με σιχαίνομαι κι εγώ η ίδια, είμαι απαίσια και με σιχαίνομαι, αν με εννοείς, δεν φταίω εγώ, ο Κρόνος ή ο Ουρανός θα σε γελάσω, αλλά πάντως ένας πλανήτης τα φταίει όλα, α, και κάτι κακό έπαθε ο δωδέκατος οίκος μου, έτσι έλεγε ο Πανόπουλος, αλλά για έξτρα ίνφο σε παραπέμπω απευθείας στον γκουρού, γιατί δεν το πολύ- κατέχω το σπορ και δεν ξέρω και τι είναι ο δωδέκατος οίκος, κάτι κακό ψυχανεμίστηκα όμως, κι εγώ ξέρεις, μαντάμ Ζαϊρα, το έχω το κληρονομικό το χάρισμα, ασήμωσε να φύγουν τα σύννεφα κι εγώ σου λέω και το γιαούρτι άμα λάχει.

Και δεν έρχεται κι ένας άνθρωπος μαζί μου στην Πάτμο. Εκτός του μαλάκα, βέβαια, που εγώ δηλαδή δεν τον λέω μαλάκα, όχι, οι άλλοι, αυτοί οι κακοί άνθρωποι, κατάλαβες. Ναι, βέβαια, αυτός πολύ θέλει να έρθει στην Πάτμο. Ωραίο νησί η Πάτμος. Εξωτικόν.

Soundtrack: Rachael Yamagata – Side dish friend