Εδώ στα Λονδίνα που λέτε, αγαπημένοι μου αναγνώστες, είναι φορές που αισθάνομαι σα στο σπίτι μου, ένα σουβλάκι λείπει μόνο και πραγματικά θα νομίζω ότι βρίσκομαι στη μαμά πατρίδα, τόσοι πολλοί οι Έλληνες που ζουν σ’ αυτή την πόλη. Περπατάς στο δρόμο και ακούς ελληνικά, πηγαίνεις σε μαγαζιά και ακούς ελληνικά, γνωρίζεις φίλους των (αλλοδαπών) φίλων σου και ω, τι έκπληξις, είναι Έλληνες, ενώ δε θα αναφερθώ καν στο πόσοι Έλληνες είμαστε που κάνουμε το μάστερ. (και δεν μπορώ να καταλάβω ρε γαμώτο, αφού είμαστε δέκα εκατομμύρια και κάτι όλοι κι όλοι, πώς σκατά γίνεται να είμαστε τόσοι πολλοί εδώ? Νέο κύμα μετανάστευσης? Τι να πω, δεν ξέρω, τέσπα).

Μετά από δίμηνη προσεκτική παρατήρηση του φαινουμένου “Έλληνες του εξωτερικού” λοιπόν, μπορώ μετά βεβαιότητος να πω ότι τους τρώει η νοσταλγία, (καθότι είναι γνωστό τοις πάσι ότι είμαστε ο πλέον υπέροχος λαός κι όταν είσαι τόσο υπέροχος τι να σου πουν οι άλλοι οι ξενέρωτοι) και ως εκ τούτου έχουν την τάση να σχηματίζουν μεγάλες ομάδες, ούτως ειπείν να γκετοποιούνται. Κολλάνε μεταξύ τους και μένουν στις ίδιες περιοχές (λέγε με και Bayswater), πηγαίνουν στα ίδια μαγαζιά, διοργανώνουν ελληνικά πάρτυ, πηγαίνουν στην εκκλησία (!?!) και τα σχετικά. Ακόμα δεν μπορώ να χωνέψω το γεγονός ότι κάποιος που είναι μολις δυο βδομάδες σε μια ξένη πόλη (και τι πόλη, γιατί να πεις είμαι στο τέρμα του πολιτισμένου κόσμου, στη μέση του πουθενά, χωμένος στην τάδε άγνωστη αγγλική επαρχία, πάει στο διάολο να το καταπιώ, που και πάλι δηλαδή, αλλά πόσω μάλλον, εδώ??!) και το κύριο μέλημά του είναι να πάει στα μπουζούκια (αν και μια ψυχή μου είπε ότι αξίζουν μια επίσκεψη καθότι εντελώς cult, σα να μπαίνεις στη χρονομηχανή και να σε ξεβράζει στη δεκαετία του πενήντα ένα πράγμα και ως περιγραφή πολύ με ιντρίγκαρε, ομολογώ, κάποια στιγμή θα πάω, έτσι για να δω για τι πράγμα μιλάμε, βρε παιδί!), όπως και να το κάνουμε πάντως, πάνω στις δύο βδομάδες που είσαι στο Λονδίνο να τρέχεις στα μπουζούκια δεν το λες (εσύ δήλαδή μπορεί και να το λες, αλλά εγώ σίγουρα δεν το λες, χοχο) και το πιο νορμάλ πράγμα στον κόσμο.

Σε κάθε περίπτωση όμως, aφού οι Έλληνες ρέουν άφθονοι σ’ αυτή την πόλη και το σύνδρομο Καζαντζίδη αποτελεί εξαιρετικά συχνή πάθηση (αφήστε που αν δε γίνει έγκαιρη διάγνωση της πάθησης, ο ασθενής κινδυνεύει να παρουσιάσει σοβαρότατες επιπλοκές και να καταλήξει να παρακολουθεί τα βραβεία Αρίων, θεωρώντας παράλληλα υποχρέωσή του να ενημερώνει το λοιπό πληθυσμό για τα αποτελέσματα “μα πάλι ο Χατζηγιάννης, τς, τς, τς” έχουμε ζήσει στιγμές μεγάλης αγωνίας, πιστεύω καταλαβαίνετε), καθόλου περίεργο λοιπόν δεν είναι που υπάρχει ένα μαγαζί εδώ (ένα ξέρω εγώ δηλαδή, έχω όμως μια απροσδιόριστη αίσθηση ότι θα υπάρχουν κι άλλα, χοχ), που κάθε βδομάδα έχει ελληνική βραδιά. Κι όλο μας έλεγαν να πάμε, κι όλο ο Γιάννης δεν μπορούσε κι όλο ο κώλος του πονούσε, αν με αντιλαμβάνεστε και αισίως είχαν περάσει δύο μήνες χωρίς να ζήσω αυτή την υπέρτατη εμπειρία. Χτες βράδυ όμως, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να πάμε κάπου αλλού (όπου είχε brazilian night ;) :) ) καταλήξαμε σ’ αυτό το μέρος να πίνουμε κάτι κρασιά, (τα λες και ξύδια εντελώς μεταξύ μας) και να ζούμε σε παράλληλη διάσταση. Όλα τα άκουσα και όλα τα έμαθα. Το καινούριο τραγουδάκι του Θάνου Πετρέλη θέτε? Το ξέρω. Κάτι άλλα ραπ (ο Δίας να τα κάνει) θέτε? Κι αυτά τα ξέρω. Βέρτη θέτε? Όλα τα άκουσα σας λέω. Πιο πολλά από σας ξέρω, είμαι σίγουρη.

Αλλά ομολογουμένως, μία ήταν η υπέρβαση, η στιγμή που άγγιξε την τελειότητα, το peak της βραδιάς, λατρεμένε αναγνώστη: Ένα όνομα, μία ιστορία. Στέλλα Γεωργιάδου. Τώρα μου μιλάει, τώρα με φιλάει. Τώρα μου λέει πως τρελά με αγαπάει. Τέλος! :)

Soundtrack: Rodrigo y Gabriella Tamacun
(το τελευταίο μου κόλλημα με το οποίο προσπαθώ να καλύψω το κενό της Στέλλας, ματαίως φυσικά και ταπεινά απολογούμαι, αλλά εδώ στην ξενιτιά, δεν μπορώ να κατεβάσω μουσική, ένα δράμα ζω, που να σας τα λέω)

Επιθυμίες επιθυμώ επιστρέφοντας
Δύσβατες διαδρομές με κεριά φωτιζόμενες
Σε τοίχους χτυπάω τσιμεντένιους και πάλι απ’την αρχή

When the day is done
Hope so much your race will be all run
Then you find you jumped the gun
Have to go back where you began

Φοράω την αλήθεια μου, αυτή τη σκούρα πορφυρή
που έλεγες πως μοιάζει με αίμα
βόλτες τη βγάζω ψάχνοντας μία λίγο να ταιριάζει

When the night is cold
Some get by but some get old
Just to show life’s not made of gold
When the night is cold

Λάθος και πάλι
Ματιές δανεικές, επιβεβαίωση ύπαρξης
Μη με ρωτήσεις ποιας, δεν έτυχε ποτέ να τη γνωρίσεις

When the bird has flown
You got no one to call your own
You got no place to call your home
When
the bird has flown
Ανάγκες αφελείς και ανασφάλειες συνωστιζόμενες
χνώτα βαριά κι ο αέρας λιγοστεύει

Αφού η πόλις με ακολουθεί
Φυσικά, τελείως φυσικά, ο ποιητής δικαιώνεται

When the games been fought
You speed the ball across the court
Lost much sooner than you would have thought
Now the game’s been fought

Κι ύστερα, κάτι παλιές γνωστές, μαυροφορούσες δυνατότητες
Την πλάτη μου γυρνάνε θυμωμένα
Παρέλειψα ως φαίνεται να παραβρεθώ
Σ’ενός ονείρου τους αγαπημένου την κηδεία

When the party is through
It seems so very sad for you

Έχεις προσέξει ποτέ αλήθεια,
Τι θόρυβο δαιμονισμένο κάνουν τα δάκρυα όταν χτυπούν το χώμα,
καθώς,
Αυτό που θα μπορούσαμε να γίνουμε κλαίει πάντα μέσα μας απαρηγόρητο*
Didn’t do the things you meant to do
Now there’s no time to start a new
Now the party’s through

*Τόνυ Κούσνερ

Soundtrack: Norah Jones – Day is done

 

Ψέματα?
Φυλάκισέ εσύ την αλήθεια και θα την υπηρετήσω
Βάλε μου εσύ τα όρια και υπόσχομαι να πειθαρχήσω
Όμως να ξέρεις πως χρυσόσκονες και ήχους με απόχες κυνηγάω
Συλλέγω ανταύγειες και αντανακλάσεις απ’τους ανθρώπους
Και κλέβω από τα γέλια τους τις μυρωδιές
Με ποιες κουβέντες άλλες να στα πω αυτά, να καταλάβεις?

Κι αν προσπαθήσω ακόμα, θα με καταλάβεις?
Χτες βράδυ σε μια απότομη στροφή
Πρόσωπο με πρόσωπο ήρθα με τη μυρωδιά σου
Κι αυτή η βιβλιοθηκονόμος μνήμη
Άνοιξε τα κιτάπια της, φόρεσε τα γυαλιά της
Εκείνη την ξύλινη σκαλίτσα της ανέβηκε
Σε τόμους επίτηδες βαλμένους στα πιο ψηλά τα ράφια για να φτάσει

Έψαξε, έψαξε, έψαξε
Φύσηξε στα μαλλιά μου τη σκόνη απ’το ονομά σου
Και μου το φόρεσε στολίδι στο λαιμό
Με μια ανάσα μοναχά, για να θυμάμαι τότε που έγραφα

Πόσος καιρός από τότε που νοστάλγησα τη φωνή σου, από τότε που το δέρμα μου ανατρίχιαζε γυρεύοντας το άγγιγμά σου, από τότε που κοιμήθηκα με τ’ όνομα σου αλμυρό στα χείλη μου, από τότε που κουβαλούσα συντροφιά μου το βλέμμα σου? Πολύς, πάρα πολύς, ίσα να κατακτήσω την ψευδαίσθηση, ελευθερίας, δύναμης, νίκης. Κι όμως. Είσαι μια τόση δα ανάσα μακρυά. Μια τόση δα τυχαία ανάσα.
Μια ανάσα και με διαπερνά ρίγος που με χαϊδεύεις με τα ακροδάχτυλα, μια ανάσα και κλέβεις φιλιά απ’ τα χείλη μου, μια ανάσα κι αφήνεις το βάρος σου πάνω μου, μια ανάσα και κοιμάμαι στα σεντόνια σου, μια ανάσα και τα χέρια σου διατρέχουν αχόρταγα το κορμί μου, μια ανάσα και είμαι είκοσι, μια ανάσα και βλέπω τον εαυτό μου μέσα απ’ τα μάτια σου, μια ανάσα και ματώνω που σε πονάω, μια ανάσα και τα δάκρυά σου κυλάνε στο πρόσωπό μου, μια ανάσα και το ψαίμα μας είναι η μόνη αλήθεια μου, μια ανάσα, μια τυχαία ανάσα.. Καταπίνω αχόρταγα τον αέρα τον δηλητηριασμένο απ’ τη μυρωδιά σου και πνίγομαι, πώς να σωθώ, κρύβω το πρόσωπό μου στα ρούχα μου, κρύβομαι στη μυρωδιά τη δική μου, να ανασάνω κάτι από το σήμερα, να μετρήσω ως το δέκα, ν’ ανοίξω τα μάτια και να ‘χεις πάλι χαθεί.

Πώς να στα πω αυτά με άλλες λέξεις?
Υπάρχουν άραγε στ΄αλήθεια άλλες λέξεις?
Μια φορά κάποιος, ξέρεις, τις φοβήθηκε τις λέξεις μου
Γελάς?
Αλήθεια τις φοβήθηκε
Κι ας μην τις έντυσα ποτέ με ήχους
Ούτε αυτές που΄χαν πλυθεί με δάκρυα
Ούτε τις άλλες που η θέρμη τους μου έκαιγε τα χείλη
Ποτέ με τη φωνή μου δεν τις σκέπασα
Τα σοκάκια της σκέψης μου φοβήθηκε, τι κρίμα
Κι αυτές τις ζαβολιάρες πεταλούδες στο βλέμμα μου, πόσο, μα πόσο κρίμα
Πες μου εσύ πως δε θα φοβηθείς
Δε θέλω άλλο να λειαίνω τις άκρες μου
Και να μεταμφιέζω τις ματιές μου

Φοβάσαι?

Κι όταν γυρίζω στα δρομάκια τα κρυφά
Πάλι εσύ και κάποια αρώματα σβησμένα
Όλα απ’το φως κρυμμένα

Soundtrack: Τα φώτα που σβήνουν – Εκάτη

PS. Το πρώτο draft του προηγούμενου.. Το τραγούδι δε μου το ανεβάζει πάλι κι είναι κρίμα γιατί είναι πραγματικά υπέροχο..

Μια κακομαθημένη νοσταλγία σκουντάει τη μορφή σου
αυτή τη σκονισμένη που κρύβεται κάτω απ’το μαξιλάρι μου τις νύχτες
με στάχτες και φωνές μου βραχνιασμένες στολισμένη
αγουροξυπνημένη και τσαλακωμένη,
δυσανασχέτησε που τη θυμήθηκα.
Πάει καιρός που πια δεν την ορίζεις

κι αναρωτιέμαι αν σου έμοιαζε ποτέ στ’αλήθεια,
μα αυτή η πεισματάρα νοσταλγία

παλεύει να την ξεμπλέξει από ένα όνειρο
που γεφυρώνει όλες του χρόνου τις χαράδρες
ανοιγοκείνει πόρτες κλειδωμένες,
και σκανταλιάρικα προστάζει
αυτή την άγνωστή σου, μα πόσο όμορφη καρικατούρα
να μου μιλάει στο τώρα,
να υπάρχει όπως ποτέ δεν έζησε στ’αλήθεια.
Γι’ αυτή την τόσο εξώφθαλμη ασυμφωνία
ανάμεσα σ’εκείνη και σ’εσένα

ποιος κουβαλάει άραγε την ενοχή, ο χρόνος ή ο νους μου
κι είναι αστείο, να ΄ναι αυτή ό,τι νοσταλγώ από ‘σένα,
όλα όσα ούτε φαντάζεσαι πως κάποτε υπήρξες

μέσα σ’ένα γαλάζιο όνειρό μου.

Αν δεν υπήρχε η απόσταση
στον ενικό θα μας μιλούσε η νοσταλγία
Οι σπάνιες τώρα ντροπαλές της συναντήσεις
με την πληθυντική ανάγκη μας
μοιραία τότε θ’αφομοίωναν
την αλανιάρα γλώσσα της συχνότητας

Κική Δημουλά

Soundtrack: Shigeru Umebayashi – Adagio, secret garden
(2046 soundtrack)

Σκεφτόμουν σήμερα το πρωί στο αεροπλάνο παρακολουθώντας την τελευταία ταινία του Χάρυ Πότερ, πως υπάρχει μια τάση να μετράμε τα πάντα σε δεκάδες (μην ψάχνετε να βρείτε τη σύνδεση με το Χάρυ,  δεν υφίσταται τέτοιο πράγμα). Το δεκαδικό σύστημα θα μου πείτε. Ναι, συμφωνώ και απόλυτα λογικό είναι, άλλωστε αυτό μάθαμε, αυτό εμπιστευόμαστε, υπάρχει κανείς που να αγοράζει άλλη χλωρίνη εκτός από κλινέξ? Δεκτά όλα αυτά. Αναρωτιέμαι όμως, ποιος επινόησε το δεκαδικό σύστημα και γιατί επέλεξε το δέκα σαν τον καθοριστικό αριθμό. Γιατί όχι το πέντε, το εφτά ή το δώδεκα ίσως? Τι κάνει άραγε το δέκα τόσο ξεχωριστό?

Πιθανολογώ πως φταίει το ότι έχουμε δέκα δάχτυλα (στα χέρια βρε, κουτά, κουτά, κουτά). Ίσως γι’αυτό, αυτός ο άγνωστος [για μένα άγνωστος, εσείς που είστε (παρα)μορφωμένοι μπορεί και να τον ξέρετε, χοχο], σπουδαίος μαθηματικός και φιλόσοφος (τότε ήταν όλοι κάτι και φιλόσοφοι, γιατρός και φιλόσοφος, αστρονόμος και φιλόσοφος, υδραυλικός και φιλόσοφος), γι’αυτό λοιπόν, πήγε και διάλεξε το δέκα. Έτσι ήταν άλλωστε πιο εύκολο να κάνει και τις πράξεις, χοχο.

Αλλά το γεγονός ότι μετράμε τα πάντα με βάση το δεκαδικό σύστημα περνάει υποσυνείδητα και στο πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γενικότερα και το πλάνο της ζωής μας ειδικότερα. Έτσι μιλάμε για δεκαετίες, η δεκαετία των δέκα, των είκοσι, των τριάντα, των τριάντα, των τριάντα, των τριάντα (χεχ). Και κάθε φορά που κλείνει μία δεκαετία μπαίνουμε στη διαδικασία να κάνουμε τον απολογισμό μας, να δούμε τι πετύχαμε και τι όχι, να βάλουμε καινούριους στόχους για την άλλη δεκαετία που ξεκινάει. Οι δεκαετίες είναι τα ορόσημά μας. Λέμε “μέχρι να γίνω τριάντα θέλω να έχω κάνει αυτό κι αυτό κι αυτό” (τι πάει να πει τι είναι το αυτό? Το αυτό είναι το αυτό, ώχουου). Αλλά αν κάτσεις να το σκεφτείς λίγο (τώρα θα μου πείτε, γιατί να κάτσεις να χαλάσεις τη φαιά ουσία σου για να σκεφτείς τέτοιες βλακείες, αλλά θα δικαιολογηθώ γιατί είναι γνωστό ότι εν ώρα πτήσης η πίεση είναι χαμηλή, επομένως ο εγκέφαλος δεν οξυγονώνεται σωστά), αν κάτσεις λοιπόν να το σκεφτείς, θα διαπιστώσεις ότι η ζωή μας δε χωρίζεται στην πραγματικότητα σε δεκαετίες, αλλά σε εξαετίες (μην τυχόν με αμφισβητήσει κανείς, γιατί κι εγώ αν θέλετε να ξέρετε είμαι blogger και φιλόσοφος, αμ πώς). Και εξηγούμαι:

0-6: Τα χρόνια της πλήρως ασυνείδητης ευτυχίας

6-12: Τα χρόνια της αθωότητας

12-18: Dont get me started

18-24: Τα χρόνια της ξένοιαστης κραιπάλης

Και τώρα τι???

Soundtrack: Lesley Gore – It’s my party

PS. Νομίζω είναι εμφανής η σοφία και η ωριμότητα που κατέκτησα με τα (24) χρόνια μου. Άντε και του χρόνου στα 23 ελπίζω να καταφέρω να αυτοσυγκεντρώνομαι και να αιωρούμαι επιτέλους.

 

Σήμερα όλο το απόγευμα (εδώ απόγευμα και τώρα βράδυ να μη σας πω, αλλά εκεί βράδυ εξ αρχής, ουφ, μπερδεύτηκα και σκέψου να ήμουν και σε καμιά Αμερική, να είχα δώδεκα ώρες διαφορά να υπολογίσω, παθαίνω μια σύγχυση και μόνο που το σκέφτομαι), τι έλεγα, ναι, που λέτε όλο το απόγευμα ακούω Amos. Είμαι σίγουρη ότι τώρα έχετε μείνει αποσβολωμένοι μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, αλλά ναι, όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, όσο κι αν είναι δύσκολο να το πιστέψετε, είναι αλήθεια, ω, λατρεμένοι μου αναγνώστες. :P Η δικαιολογία μου αυτή τη φορά (στους γείτονες καλέ που σε λίγο θ’αρχίσουν να μου πετάνε πέτρες, σιγά να μην καθόμουν να δικαιολογηθώ σ΄εσάς!) είναι ότι διαβάζω υποτίθεται (εγώ μπορώ να το λέω το υποτίθεται, εσείς όμως οφείλετε να σέβεστε τις δηλώσεις μου, οκ?) και όταν διαβάζω: α) πρέπει οπωσδήποτε να έχω μουσική και β) αυτή η μουσική πρέπει να είναι γνώριμη και οικεία μέχρι αηδίας. Αλλιώς αποσυντονίζομαι και ψάχνω στίχους στο διαδίκτυο. Οπότε, αν και οι γείτονες δε θέλουν να αποτύχω και να φταίνε αυτοί για όλα, να το έχουν αιώνια κρίμα στη συνείδησή τους και να τους κυνηγούν οι Ερινύες, οφείλουν να με αφήσουν στην ησυχία μου. Αφήστε που τους έχω υποσχεθεί σπιτική σπανακόπιτα από το Ελλάντα και όσο να πεις μου κάνουν τα χατήρια.
Ακούω
Amos λοιπόν εδώ και ώρες και ξαφνικά μια αναλαμπή φώτισε το νου μου (όχι ότι πριν δεν ήταν φωτεινός δηλαδή, μια λαμπρότητα, μια καθαρότητα, μια διαύγεια σκέψης αξιοζήλευτη, τα ξέρετε, τι να λέμε τώρα) και θυμήθηκα πως κάπου, κάπως, κάποτε είχα δώσει μια υπόσχεση για μια επιλογή με τα καλύτερά της. Κι επειδή η μαμά μου μου έλεγε όταν δίνω μια υπόσχεση να την κρατάω και κάλλιο αργά παρά ποτέ κι επειδή αν διαβάσω έστω και μια λέξη ακόμα για τις ανώνυμες εταιρείες θα πέσω από το παράθυρο και δεν είναι και ψηλά γαμώτο, ίσα ίσα κανένα πόδι θα σπάσω και ποιος θα με περιθάλψει μετά εδώ στην κακούργα ξενιτιά, αααχ, άπονη ζωή, με πέταξες στου δρόμου την άκρη, με αδίκηηηησεεες, θα την πληρώσετε τώρα εσείς. Προειδοποιώ πως θα δείτε πολλά από το Little Earthquakes γιατί, κατ’εμέ πάντα, είναι το πρώτο (προσωπικό) και καλύτερό της album. Ναι, ναι, δεν είναι το Under the pink, σας την έσκασα! :P Α, δεν έβαλα και κάποιες από τις διασκευές της που αγαπώ πολύ (όπως το Strange little girl, το Enjoy the silence και το I dont like Mondays, όχι, δεν τις έβαλα λέμε, χιχι), γιατί είπα να μείνω στην προσωπική της δουλειά. Και είχα θέσει και όριο τα 20 τραγούδια. Αλλά για όποιον ενδιαφέρεται πάντως, το album με τις διασκευές ειναι το Strange Little Girls (2001). :D

Et voila, μια playlist φτιαγμένη με πολλή πολλή αγάπη και μια (μικρη, μικρούτσικη, ανεπαίσθητη θα έλεγα) δόση βαρεμάρας:

Crucify (Little Earthquakes 1992)
Silent all these years (Little Earthquakes 1992)
Precious things (Little Earthquakes 1992)
Winter (Little Earthquakes 1992)
Happy phantom (Little Earthquakes 1992)
Leather (Little Earthquakes 1992)
Cornflake
Girl (Under the pink 1994) γιατί αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει
Blood roses (Boys for Pele 1996)
Mr Zebra (Boys for Pele 1996)
Hey Jupiter (Boys for Pele 1996)
Cruel (From the Choirgirl Hotel 1998)
Sugar (To Venus and back 1999)
Purple people (To Venus and back 1999)

Siren
(τραγούδι από το soundtrack της ταινίας Great Expectations 1999)
A sorta fairytale (Scarlet’s walk 2002)
Taxi ride (Scarlet’s walk 2002)

Strange(Scarlet’s walk)
The power of orange knickers (The Beekeeper 2005)
Bouncing off clouds (American Doll Posse 2006)
Digital ghost (American Doll Posse 2006)
Girl disappearing (American Doll Posse 2006)

PS. Εναλλακτικά θα μπορούσε κάποιος να ακούσει και τη δική της εκδοχή, δηλαδή το album Tales of a Librarian (2003), αλλά: α) αυτό δεν περιλαμβάνει τα Scarlets walk, Beekeeper και American Doll Posse και β) τι ξέρει αυτή μωρέ??

PS 2. Δεν την παλεύω με τίποτα μ’αυτές τις εξετάσεις. Θα αποτύχω πανηγυρικά και με τυμπανοκρουσίες και δε θα ξέρω πού να κρυφτώ από την ντροπή. Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, το διαδίκτυο δεν είναι και ο καταλληλότερος χώρος για να κάνεις τέτοιου είδους ανακοινώσεις, ειδικά αν θέλεις να κρυφτείς. Χμ. Ναι. Υπέροχα θα τα πάω. Θα σκίσω λέμε.

Soundtrack: Πλάκα με κάνετε! Σιγά να μην είχα ένα αγαπημένο για να μπει εδώ!!!

Είναι μερικά πράγματα για τα οποία είμαι σίγουρη πως ο Μέρφυ έχει πει πολλά και εξαιρετικά πετυχημένα, αλλά δυστυχώς δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να διαβάσω τους νόμους του (ο πρώτος και βασικός με κάλυψε θα έλεγα), οπότε θα τα πω τώρα κι εγώ με δικά μου (πολλά) λόγια, γιατί πολύ με προβληματίζουν. Καθώς όμως, δεν μπορούμε να καταπιαστούμε με όλα αυτά τα κοσμοϊστορικής σημασίας θέματα μονομιάς γιατί θα μας πέσει βαρύ, ιδού η πρώτη απορία που ταλανίζει την ύπαρξή μου αυτό τον καιρό: Γιατί ποτέ ή τουλάχιστον σχεδόν ποτέ αυτά που θέλουμε δε συμβαδίζουν με αυτά που θέλουν οι άλλοι?? Γιατί τα πράγματα δεν μπορεί να είναι ποτέ τόσο απλά όσο το Boy meets Girl, Boy loves Girl, Girl loves Boy??

Παράδειγμα για να καταλάβετε για τι πράγμα μιλάω. Έχω δύο πολύ κοντινές φίλες την Ε. και την Α. Είμαστε φίλες από δε θυμάμαι πότε πια και δε θα καθίσω να μετρήσω τώρα τα χρόνια, γιατί θα με πιάσει κατάθλιψη που γερνάω μαμά και πού πήγαν εμένα τα νιάτα μου και α, ρε χρόνε αλήτη και άλλα τέτοια χαρούμενα και θα χάσω τον ειρμό μου (ένα από τα πιο δυσεύρετα αγαθά σ’αυτή την πλάση), πράγμα που καθόλου δεν το θέλουμε, γιατί είμαι σίγουρη ότι καίγεστε να μάθετε τη συνέχεια. Λοιπόν, που λέτε, πριν κάποια χρόνια γνωρίσαμε με τις φίλες μου μέσω κοινών γνωστών κλπ μια παρέα από αγόρια, όλοι τους από πολύ ωραίοι έως καλοβαλμένοι τουλάχιστον. Κούκλες εμείς (ούτε να το σκέφτεστε να το σχολιάσετε αυτό), κούκλοι αυτοί, όπως καταλαβαίνετε ταιριάξαμε αμέσως (στα ενδιαφέροντά μας εννοώ βρε κουτά, κουτά, κουτά), αρχίσαμε λοιπόν να κάνουμε παρέα και σιγά σιγά γίναμε φίλοι. Κι έτσι χαρούμενα περνούσαν τα λεπτά, οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια στο στρουμφοχωριό. Ελεύθεροι αυτοί, ελεύθερες εμείς. Αλλά πάντα φίλοι. Ακόμα και σήμερα κανείς δε μας πιστεύει, αλλά από τους τουλάχιστον (μισό λεπτό να υπολογίσω γιατί τα μαθηματικά δεν είναι και το δυνατό μου σημείο, χμμμ, τρεις τρεις εννιά, επί τρία, χμμμ) είκοσι εφτά πιθανούς συνδυασμούς, ξέρετε πόσοι πραγματοποιήθηκαν? Μηδέν! Ζερό! Ζίροου που λένε και στας Αγγλίας! Γιατί θα μου πείτε και δίκιο θα ‘χετε να απορείτε. Ε, λοιπόν, αφού ρωτάτε, θα σας εξηγήσω, τι να κάνω. Κρατάτε σημειώσεις όμως γιατί είναι περίπλοκο, σας προειδοποιώ.

Λοιπόν, ο Μ. (και πλέον καλόγουστος όλων ;) ) ήθελε τη γράφουσα. Η γράφουσα όμως είχε φάει κόλλημα με το Ν. Ο Ν. δεν ξέρουμε ακόμα ποια ήθελε, υποψιαζόμαστε όμως ότι αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην Ε. και τη γράφουσα (κοινώς ό,τι κάτσει φάση). Παράλληλα, ο Σ. ήθελε την Ε. Η Ε. όμως σ’ εκείνη τη φάση ήταν αλλού γι’αλλού και ήθελε έναν άλλο εκτός της επίμαχης παρέας, το Γ. Ο Γ. πάλι (εντός παρέας αυτός, σας προειδοποίησα είναι περίπλοκο) ήθελε την Α., αυτή όμως ήθελε το Μ. Ε, και έτσι γίναμε φίλοι. :D

Αυτό τον καιρό βλέπω το έργο σε επανάληψη. Εντάξει, όχι σε τόσο περίπλοκη βερσιόν, με τόσους ρόλους κλπ γιατί είμαστε και low budget παραγωγή εδώ στα εξωτερικά, αυτές οι λίρες με έχουν καταστρέψει, ααααχ, αλλά πάντως το σενάριο ίδιο στα βασικά σημεία. Άλλον θέλω εγώ, άλλοι θέλουν εμένα. Τρελή απάτη, λέμε. Και ρε γαμώτο πώς όταν θέλω κάποιον, με πιάνει ένα πράγμα κακό και κάνω όλες τις βλακείες μαζεμένες και ψιλοχοντροξεφτιλίζομαι, δεν ξέρω. Μ’αυτούς που δε μ΄ενδιαφέρουν είμαι μια χαρά, η προσωποποίηση της χαλαρότητας και της κοινωνικότητας, σαν τον cool Αλέξη ένα πράγμα (μη με ρωτήσει τώρα κανείς ποιος είναι ο cool Αλέξης γιατί αυτό κι αν είναι ντροπή, από μια αρχαία διαφήμιση για αντιπιτυριδικό σαμπουάν μου΄χει μείνει και το λέω ακόμα). Αν όμως, μ΄ενδιαφέρει ο άλλος είμαι πραγματικά τραγική και κάνω το λιγότερο σαν (?) απροσάρμοστο. Ή που θα μιλάω συνέχεια χωρίς κανένα θέμα και χωρίς κανένα ειρμό whatsoever ή που δε θα βγάζω λέξη (για να μην πέσω στην παγίδα ν’ανοίξω το στόμα μου και να μην μπορώ μετά να το κλείσω, χεχ), ή που ακόμα χειρότερα, θα μιλάω συνέχεια αλλά όχι σ΄αυτόν μην τυχόν και με πάρει χαμπάρι. Δεν είχατε τη χαρά να με θαυμάσετε σε τέτοια κατάσταση, αλλά αν σας τύχει θα σας χρεώσω εισιτήριο, για τέτοια επιτυχία μιλάμε. Μετά βεβαιότητας θα σκοντάφτω πάνω σε πράγματα που έχουν την κακή συνήθεια να υπακούν στους νόμους της βαρύτητας και άκου να δεις τώρα, πέφτουν, και ενίοτε κάνουν και διαολεμένο θόρυβο, θα προσπαθώ ν΄ανοίξω λάθος πόρτες (όταν λέμε λάθος εννοούμε αντί για την πόρτα της εξόδου την πόρτα ενός διαμερίσματος), θα πέφτω και θα σαβουριάζομαι ακραιότατα (πέφτω στις σκάλες και τις κατεβαίνω κουτρουβαλώντας τύπου, ακόμα έχω το σημάδι, δε θα σας πω πού), θα ξεχνάω πού έχω παρκάρει και θα κάνω δεκάδες άσκοπους γύρους (ενώ ο άνθρωπος έχει προσφερθεί να με συνοδεύσει στο αυτοκίνητο) και γενικά θα είμαι, τι να πω, τουλάχιστον αξιολάτρευτη και φυσικά εξαιρετικά ερωτεύσιμη! Δε συμφωνείτε?? Κι εγώ έτσι νόμιζα.

Soundtrack: Eurythmics – There must be an angel

Λονδίνο λοιπόν! Ακόμα δεν το έχω πολυπιστέψει, όσο για να συνειδητοποιήσω ότι είμαι εδώ για ένα χρόνο (ή λίγο, πολύ, πάρα πολύ παραπάνω, χεχ), απέχω εννοείται μακράν. Μου το θυμίζουν όμως ο θεότρελος καιρός και η πολυπολιτισμικότητα γύρω μου. ;)
Οι πρώτες μέρες σ΄αυτή την πόλη κύλησαν λίγο πολύ όπως ήταν αναμενόμενο, με άπειρο τρέξιμο και κούραση που δεν μπορώ καν να αρχίσω να περιγράφω. Νόμιζα ότι μετά τις εκλογές ήμουν κουρασμένη, αλλά τώρα έχω ανέβει πέντε-έξι levels μαζεμένα και απλά χρειάζομαι ένα καινούριο σώμα. Ή ένα προσωπικό μασέρ να με τρίβει για καμιά βδομάδα μέχρι να ισιώσω. (κυριολεκτικά να ισιώσω, έχω στραβώσει λίγο νομίζω από τη μεριά που κρεμόταν το λάπτοπ, για να μην ξεκινήσω καν να μιλάω για τις μελανιές που έχω παντού). Έχοντας την προηγούμενη εμπειρία από το Erasmus στην Ιταλία ήμουν προετοιμασμένη για πολύ κουβάλημα, αλλά τι να πω ή που είχε περάσει καιρός και είχα ξεχάσει πώς ήταν ή που γέρασα και δεν έχω πια τις ίδιες αντοχές ή που αυτή η φορά ήταν όντως πολύ χειρότερη. Τα κατάφερα πάντως να φτάσω, χωρίς να παρατήσω στη διαδρομή κάποια από τις αποσκευές μου, ενώ μετά από τέσσερις φορές στο σούπερ μάρκετ έχω πλέον με τικ σχεδόν όλα τα απαραίτητα στο survival kit.
Καθώς η αίσθηση προσανατολισμού μου είναι το ίδιο υπαρκτή όπως ο Άγιος Βασίλης, η Χιονάτη και η Μάγια η Μέλισσα (για να έχετε μια εικόνα του προβλήματος θα σας πω μόνο ότι στο El Venizelos, μετά από κανένα τέταρτο δαρκύβρεχτου αποχαιρετισμού με τους δικούς μου και αφού κατάφερα επιτέλους να τους κάνω να φύγουν, ανακάλυψα ότι στεκόμουν σε λάθος πύλη), εννοείται πως μέχρι να φτάσω, χάθηκα (στο μετρό, στο δρόμο, στο αεροδρόμιο), έκανα τους απαραίτητους γύρους γύρω από τον εαυτό μου, γύρω από τον ίδιο σταθμό του tube (ε, ή είμαστε στα Λονδίνα ή δεν είμαστε), γύρω από το ίδιο τετράγωνο, γύρω γύρω όλοι κλπ κλπ, ρώτησα πολλούς (ανέλπιστα εξυπηρετικούς και ευγενικούς ανθρώπους), αλλά τελικά κατάφερα να φτάσω σώα (σ’ αυτό επιφυλάσσομαι ελαφρά, πρέπει πρώτα να ελέγξω ότι όλα τα εξαρτήματά μου λειτουργούν όπως και πριν) και αβλαβής στον προορισμό μου. :D
Την πρώτη μέρα της παραμονής μου εδώ, παραδόξως και εντελώς αντίθετα από τα δεδομένα της μέχρι τώρα ζωής μου, συνάντησα στο campus περισσότερους άντρες παρά γυναίκες, οι οποίοι μάλιστα προσφέρθηκαν να με βοηθήσουν και με τις βαλίτσες και τα ψώνια του σούπερ μάρκετ (πάλι καλά). Ο ένας δε, Τζαμαϊκανός στην καταγωγή, αφού μου κουβάλησε τα μπαγκάζια δύο τετράγωνα (και μου κατέστρεψε τα ροδάκια της βαλίτσας) και αφού αναρωτήθηκε αν όλες οι Ελληνίδες είμαστε τόσο independent και θέλουμε να τα κάνουμε όλα μόνες μας (γιατί η αλήθεια είναι ότι του ‘κανα τα νεύρα σερπαντίνες για να κουβαλήσω κι εγώ κάτι, κορίτσια, μας βγάζω το κακό όνομα, βαρέστε με), μου πρότεινε φυσικά να πάμε και για καφέ αφού τακτοποιηθώ κλπ. Πριν φτάσει εκεί βεβαίως-βεβαίως για να με καλοπιάσει, εκτός από τα κλασικά, πόσο όμορφη και υπέροχη είμαι, είπε ότι του φαίνομαι λέει και πολύ ώριμη για την ηλικία μου (?!), ένα άτομο οργανωμένο και εξαιρετικά συγκροτημένο!!! Είναι αυτό που λένε με τα φαινόμενα που απατούν, χεχ. (πρέπει να τον σκεφτώ σοβαρά τον καφέ γιατί ξέρετε τι λένε για τους μαύρους και άλλωστε όλα πρέπει να τα δοκιμάζεις μια φορά σ’ αυτή τη ζωή, αλλά απ’την άλλη if u go black u never come back και για τέτοια είμαστε τώρα??). Γνώρισα επίσης κι έναν Έλληνα δικηγόρο, ο οποίος όπως όλοι οι Έλληνες δικηγόροι (για ξένους δεν ξέρω ακόμα, όταν μάθω θα σας πω, αν και υποψιάζομαι ότι είναι χαρακτηριστικό του συναφιού ανεξαρτήτως εθνικότητας) μιλάει πολύ, πάρα πολύ και έχει μια γνήσια και ανεξήγητη χαρά και υπερηφάνεια για την ιδιότητά του (όχι που μιλάει πολύ, που είναι δικηγόρος!). Ακούει και Κουρκούλη τον οποίο σκοπεύει να εξαπλώσει στον πλανήτη, εισάγοντάς τον στη μουσική κουλτούρα των αλλοδαπών γειτόνων του. Εκτός απ’ αυτά βρήκαμε φυσικά κοινούς γνωστούς, αφού αποδείχτηκε πρώην μιας φίλης μιας φίλης μου. Ο κόσμος είναι απελπιστικά μικρός, λέμε. Θα πρέπει να είμαι και ευχαριστημένη βέβαια γιατί δεν ήξερε ένα φίλο μου τον οποίο με κάποιο μαγικό τρόπο, γνωρίζουν σχεδόν όλοι οι άνθρωποι τους οποίους συναντώ. Με το που λέω πού μένω, η επόμενη ερώτηση είναι αν ξέρω το Δ. (από τη Μύκονο cc ;) )
Τις επόμενες μέρες αποκαταστάθηκαν οι ισορροπίες και η ζωή μου κατακλύστηκε από γυναίκες, ως επί το πλείστον δικηγόρους και ως επί το πλείστον Ελληνίδες. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι με τις περισσότερες υποτίθεται ότι ήμαστε συμφοιτήτριες αλλά φυσικά ούτε που τις είχα ξαναδεί ποτέ.
Μια έκπληξη εδώ ήταν η γλώσσα. Νόμιζα ότι τα αγγλικά μου ήταν σε πολύ καλό επίπεδο (και το 116/120 στο toefl το είχε επιβεβαιώσει πανηγυρικά έχω να πω, συμπέρασμα, μη δίνετε σημασία σ’ αυτές τις εξετάσεις, όλο μαλακίες είναι για να βγάζουν λεφτά οι Αμερικάνοι, ου, ου, ου, 666 κλπ κλπ), αλλά αυτές τις μέρες νομίζω ότι έχω ανακαλύψει τουλάχιστον 12 διαφορετικούς τρόπους για να πω “συγγνώμη, μπορείτε να επαναλάβετε παρακαλώ” (ο ένας εξ αυτών είναι το κλασικό, ευγενέστατο και απόλυτα διεθνές “ε?”). Ελπίζω με τον καιρό να συνηθίσω την προφορά τους, αλλά όπως και να ‘χει τα αγγλικά των Γάλλων δε νομίζω να τα συνηθίσω ποτέ! Είναι βέβαια μια ευκαιρία να βελτιώσω τα γαλλικά μου θα μου πείτε (τα οποία για κάποιο λόγο χειροτερεύουν διαρκώς, έχω την εντύπωση ότι σε λίγα ακόμη χρόνια θα έχουν πλέον περιοριστεί στο επίπεδο “salut, comment ca-va και voulez-vous coucher avec moi”). Η αλήθεια είναι ότι ο Ανρί, ο Γάλλος γείτονάς μου, προσφέρθηκε να μου κάνει ιδιαίτερα μαθήματα για τα οποία θα τον πληρώνω σε είδος (λαζάνια και μουσακά, μα πού πήγε το μυαλό σας, τς, τς, τς), αλλά προς το παρόν επιφυλάσσομαι, γιατί οι μαγειρικές μου ικανότητες είναι εξίσου υπαρκτές με τον προσανατολισμό μου και δεν τον ξέρω ακόμα αρκετά καλά για να αποφασίσω αν του αξίζει να πεθάνει. ;)
Κατά τα άλλα, όπως προείπαμε, έχω πάει ως τώρα τέσσερις φορές στο σούπερ μάρκετ αλλά ακόμα δεν έχω ψωνίσει ουσιαστικά τίποτα φαγώσιμο. Τι έχω αγοράσει μη ρωτάτε. Έχω όμως μια αμυδρή υποψία ότι ο αφρός μαλλιών δεν είναι είδος πρώτης ανάγκης. Αλλά αυτή βέβαια είναι μόνο μια αμυδρή υποψία. Από βρώσιμα (χεχ), έχω πάρει μόνο καφέ, γάλα, cornflakes και σοκολάτες. Α, και δυο πακέτα μακαρόνια. Τα χέρια μου πονάνε σε κάθε μικρή μικρή κίνηση (το μόνο που μπορώ να κάνω ανώδυνα αυτή τη στιγμή είναι ν’ ανοιγοκλείνω τα μάτια μου, πάντα με εξαιρετική χάρη φυσικά, όπως ακριβώς κάνουν στα καρτούν. Στην αδερφή μου πρέπει να τα πω αυτά που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει άλλη δραστηριότητα με την οποία να μπορείς να πιαστείς περισσότερο από το καποέιρα, ε, λοιπόν, think again). Οπότε δεν προβλέπεται να ξαναπηγαίνω σούπερ μάρκετ τουλάχιστον για δυο τρεις μέρες ακόμα. Μέχρι τότε θα ζήσω με δημητριακά και σοκολάτες.

 

PS. Αυτοί οι άνθρωποι οδηγούν ανάποδα. Ανάποδα! Τι κι αν γράφει παντού κάτω look left και look right? Λες και είναι εύκολο να ξεχωρίσεις το δεξιά από το αριστερά..! Εγώ δεν μπορούσα να περάσω το δρόμο ούτε στην Ελλάδα. Μου δίνω δύο μήνες διορία ζωής. Αν επιζήσω περισσότερο θα είναι θαύμα. Και όχι τίποτα άλλο, αλλά οι τελευταίες μου σκέψεις, αντί για κάτι βαθυστόχαστο, μια έκλαμψη σοφίας εκεί πριν το τέλος βρε παιδί μου, κάτι σπουδαίο όπως αρμόζει στην περίσταση, αντί για όλα αυτά λοιπόν, θα είναι “where the fuck is right??!”
PS 2. Μετά τη Νομική νόμιζα ότι τα είχα δει όλα σε σχέση με γραφειοκρατία γραμματείας, ανικανότητα και ουρές. Επίσης πίστευα ότι αυτοί οι Άγγλοι είναι εξαιρετικά οργανωμένοι σε κάτι τέτοια πράγματα. Τώρα μπορώ να σας πω κι ένα άλλο με τον Τοτό πολύ πετυχημένο.
PS 3. Παρότι με είχαν προειδοποιήσει σχετικά, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ο καφές τους θα ήταν όντως τόσο άθλιος. Και το φαγητό τους επίσης.
PS 4. Μ΄έχει ερωτευτεί παράφορα ένας Ινδός του οποίου το όνομα φυσικά και δε θυμάμαι και ακόμα κι αν το θυμόμουν δε θα μπορούσα να το προφέρω. Όταν λέμε παράφορα όμως, εννοούμε παράφορα. Μ’ έχει πρήξει και δεν καταλαβαίνω και γρι απ’ ό,τι λέει. Μιλάει, μιλάει και το μόνο που φτάνει στον εγκέφαλό μου είναι ένα βουητό. Κι έτσι, απλά τον κοιτάζω ανέκφραστα σαν ηλίθια (μετά την εικοστή ένατη φορά που τον έχω βάλει να τα ξαναπεί χωρίς επιτυχία, γιατί εννοείται ότι δε διακινδυνεύω να πω yes, yes, ποιος ξέρει σε τι θα συμφωνήσω). Μη γελάτε, δεν είναι αστείο. Μη γελάτε, είπα!
PS 5. Απολογούμαι ταπεινά για το σεντόνι και υπόσχομαι να μη γράψω άλλο ποστ σύντομα. :)

 

Soundtrack: Elo – Last train to London

Πρώτο τσιγάρο εδώ και βδομάδες, αφήνω τη ζαλάδα του ν’ αποκοιμίσει κάτι σκέψεις βαριές, φορτωμένες ενοχές απρόσκλητες. Κλείνω τα μάτια για να δω μόνο δυο γράμματα μισά που μ’ απορρίπτουν. Αλλάζω τη σειρά τους και γίνονται σκοπός, δεν είναι αστείο? Αμφιβολία και πρόθεση δεμένες με μια κλωστή λεπτή, πόσο εύθραυστη.

Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν. Να. Αν.

Μου φόρεσαν μία καινούρια λέξη. Δεν τη θυμάμαι πια, σημαίνει λέει ροπή προς το συναίσθημα. Συν-αίσθημα. Δηλαδή? Παραπάνω από αίσθημα? Δεν το θέλω πια. Μπορώ να έχω ένα πλην-αίσθημα, παρακαλώ? Ναι, για το σπίτι, εδώ έχει πολύ κόσμο. Γραμμάτια στιγμών ανεξόφλητα γεμίζουν τα συρτάρια μου και μέσα σε δυο μέρες μόνο πόσα να ξοφλήσω? Με ποιο χάδι σκουριασμένο ν’ αγγίξω ένα σώμα ζεστό, να μου θυμίσει ότι υπάρχω?

Χάθηκα πάλι, αργά πολύ, σε κάτι γειτονιές νησιώτικες, σα να με οδηγούν τα βήματά μου τα τυχαία προκαθορισμένα κάτω απ’το σπίτι σου. Για να μη σε ψάξω, να μη σου χτυπήσω το κουδούνι, να μη σ’ αναζητήσω. Απλά να σε σκεφτώ. Και ν’ αγκαλιάσω αυτό το αν αφήνοντας ένα θέλω να σε δω όλο γωνίες αιχμηρό να γδέρνει το λαιμό μου. Δε θα το πω. Πάρε εσύ τα χάδια, τα γυμνά σκοτάδια τα πρωτότυπα. Γεύση πικρή πως δεν ήσουν εκεί. Ή μήπως δεν ήμουν εγω? Πρόσωπα περαστικά, πώς διασταυρώνονται οι ζωές για να χωρίσουν πάλι, έτσι απλά, δίχως πολλά πολλά φτιασίδια. Ανώδυνα? Δεν ξέρω, ρώτα με αύριο. Ας κοιμηθούμε απόψε.

Ψάχνω να θυμηθώ πότε χαράξανε τα χέρια μου πληγές. Ποια σώματα ματώσανε που με συνάντησαν. Δεν πλήγωσα λέω. Δεν έβλαψα ποτέ. Πόνεσαν για μένα? Υπήρξα? Όλες οι αφές μου μαζεμένες άραγε φτιάχνουν μία ανάμνηση, έστω ανάπηρη?

Βήμα ούτε μπρος, ούτε πίσω. Άμετρος χρόνος η αναμονή κι ένα αύριο λευκό με μάτια να καίνε απ’ την αϋπνία, άλλη μια φυγή που με γυρνάει πίσω σ’ εμένα. Κουβαλάω ένα σωρό γιατί δειλά και βλέμματα θλιμμένα. Πώς ν’ απαντήσω σ’αυτά τα βλέμματα? Πώς να εξηγήσω γιατί θέλω διαρκώς να φεύγω σ’ όσους με κακίζουν ότι από ‘κεινους φεύγω? Πώς να τους πω πως κομμάτια δικά μου μόνο προσπαθώ να ξεκολλήσω?

Μια νύχτα ακόμα. Ανοίγουν οι φίλοι τις αγκαλιές τους και χαρίζουν μουσικές και σκέψεις και ευχές πολλές. Aς κάνουμε λοιπόν, αυτή τη νύχτα άξια μνήμης, ας της δώσουμε γεύση και χρώμα μαζί με δυο σταγόνες απουσία. Carpe noctem! Δε θυμάμαι πια πού το διάβασα, όμορφο μου φάνηκε πολύ έτσι αντεστραμμένο και σκοτεινό και το καρφίτσωσα σ’ ένα απ’ τα κίτρινα χαρτάκια του μυαλού μου. Συνήθεια, μαζεύω λέξεις όπως ανασαίνω, λέγε μου να κλέβω λέξεις μέσ’ απ’ τα χείλη σου, γράφε μου να μου φτιάχνεις εικόνες. Θα μου γράφεις?

Now it’s time to move to the next level

Sore wet eyes that look at the devil

Tell me please that it’s time to leave

 

I recorded the sound of your heart

I recorded the sound of your eyes

And I converted them into this sad song

That modulated these mysterious lines

Soundtrack: Hooverphonic – Sad song

Ξέρετε πώς είναι αυτή η στιγμή που μετά από όλη τη φασαρία, την κούραση, τις φωνές και τη σκόνη, επιτέλους φεύγουν οι μεταφορείς και σ’ αφήνουν να στέκεσαι μόνη, ανάμεσα σε καρέκλες, βιβλία, χάρτινες κούτες, κάδρα και ρούχα? Ε, έτσι αισθάνομαι κι εγώ τώρα. Μάζεψα τα μπαγκάζια μου, γέμισα τις βαλίτσες μου με αγαπημένα links και posts ενός χρόνου και να ‘μαι τώρα εδώ σε νέο χώρο.. Λίγο περίεργα είναι, λίγο κρύα, όπως ένα δωμάτιο χωρίς κουρτίνες, χωρίς αφίσες, χωρίς μουσικές.. Δε βιάζομαι, όλα θα γίνουν, το ξέρω πως σιγά σιγά θα βολευτώ και θ’αρχίσω να αισθάνομαι κι εδώ “σπίτι” μου. Ένα καλό καθάρισμα θέλει, να κρεμάσω καινούριες κουρτίνες κι αμέσως θα δείξει. Να έβαλα και λίγη μουσική για να γίνουν όλα λίγο πιο οικεία. ;)

Όταν αποφάσισα τη μετακόμιση σκέφτηκα να χτίσω το καινούριο μου σπίτι όλο από την αρχή, χωρίς να πάρω τίποτα μαζί μου από το προηγούμενο, γιατί ήταν και μια κάποια μανούρα ομολογώ.. Αλλά μετά τα λυπήθηκα όλα αυτά τα γεγραμμένα μου και τα σχόλια τα πειρακτικά, τα έξυπνα, τα γλυκά που θα χάνονταν.. Αφήστε που δεν είμαι και πολύ καλή με τις καινούριες αρχές.. Όλο αμηχανία και “εεεε” και “ξέρεις μωρέ τώρα” και να παίζω με τα μαλλιά μου και να κοιτάω αλλού και τέτοια είμαι, σκέτα χάλια δηλαδή. Αν μου δώσεις χρόνο όμως, κάπου στη μέση αρχίζω να βρίσκω τη φόρμα μου κι εκεί προς το τέλος είμαι απίθανη, άλλο να σας το λέω και άλλο να το βλέπετε. Οπότε, λέω, πού να το πιάνεις τώρα απ’ την αρχή, μέχρι να φτάσουμε στη μέση θα κοιτάς τον κόσμο ανέκφραστα απ’το μπότοξ, (για να μη συζητήσουμε καν για το τέλος) και μια και δυο (και τρεις και τέσσερις, ήταν πολλά τα άτιμα τα μπαγκάζια), τα πακέταρα όλα ή σχεδόν όλα και να ‘μαι.

Καλή αρχή μέσης λοιπόν. :)

Soundtrack: Tori Amos – Cornflake girl

Τι άλλο??

 

 

« Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα: »